Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Μερσίνα Σεπτέμβριος 1924. Οι Ρωμιοί της Χριστιανικής Ανατολής, εκπατρισμένοι. «Αλάϊ-Μαλάϊ»


Η ΔΙΚΙΑ ΜΑΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ

Στα πολύ παλιά χρόνια από την εποχή των Σταυροφόρων οι Άραβες αλλά και οι Τούρκοι την καλούσαν Ρούμ-Ελί, δηλαδή χώρα των Ρωμιών. Εμείς μιλούσαμε την ελληνική γλώσσα λίγο παρεφθαρμένα και ιδιόρρυθμα, χρησιμοποιώντας αρχαίες ελληνικές λέξεις, αλλά έτσι τα μάθαμε και μιλούσαμε παντού, στο σπίτι, στο σχολείο, στα παιχνίδια. Φυλάξαμε πεισματικά τη γλώσσα, την ορθόδοξη πίστη μας, τις λαϊκές παραδόσεις το εθνικό μας φρόνημα. Αλλά και οι πατριώτες στα τουρκόφωνα χωριά ήταν και αυτοί Χριστιανοί. Στην καρδιά και στη σκέψη, παντού γραμμένο «Κύριε βοήθη τον δούλο σου». Δεν απαρνηθήκαμε και δεν αποκηρύξαμε ποτέ την εθνική μας ταυτότητα, εμμέναμε στις ελληνικές πατρογονικές παραδόσεις δεν υποκύψαμε στον εκτουρκισμό. Ο Θεός και η Εκκλησία διαφύλαξαν εμάς και τους παππούδες μας αιώνες πρότερα. Τα καταφέραμε τόσες γενεές, αιώνες πριν, να τηρούμε ως «Έλληνες» τον κοινό νόμο της Ορθοδοξίας, της αγάπης και της φιλοξενίας. Στα χρόνια της «ανταλλαγής», εδώ στην Ελλάδα, αντί να μας «φιλοξενήσουν», ως εθνικά αυτάδελφους, ως ομόφυλους, εμάς τους απομονωμένους στην ενδοχώρα και στα βάθη, στα υψίπεδα της Ανατολής, εμάς που διδαχθήκαμε στα σχολειά μας την ίδια κοινή ιστορία, μας παραπέταξαν. Από τότε πέρασε κοντά ένας αιώνας και μόλις προ μικρού τους αναγνώρισαν. Μόλις προ-ολίγου αναγνώρισαν τη «συμβολή-συνεισφορά» στο χτίσιμο και στον επαναπροσδιορισμό του νεότερου ελληνισμού.

ΜΝΗΜΕΣ ΡΩΜΙΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ

Εκεί, στην Καππαδοκία, τη Χριστιανική Ανατολή, εκεί κατανοείς βαθειά την έννοια της ευσέβειας και ευλάβειας, βλέποντας τις απείρου ομορφιάς αγιογραφίες-νωπογραφίες στις εκκλησιές μας, στα πετρομονάστηρά μας. Στο άκρο του χριστιανικού έθνους, όχι μόνο με την έννοια της γενέτειρας των προγόνων μου χώρας, αλλά και ως της χώρας όπου το «πρώτον» καλλιεργήθηκε η Ρωμιορθόδοξη Σκέψη. Βηματίζεις στην Καππαδοκία, στα χωριά και στις πόλεις μας, όπου ζούσαν ελληνικοί χριστιανικοί πληθυσμοί, βλέπεις το όριο του Ελληνισμού, βλέπεις το κάλλος και τον πλούτο της φυλής μας, της γενεάς μας. Αν κάνουμε μία γρήγορη αναδρομή στην ιστορία της Ελλάδος στα τελευταία 2.500 χρόνια, οι περισσότεροι θα συμφωνήσουμε ότι μετά την πτώση της Βασιλεύουσας, η πλέον μελανή σελίδα είναι αυτή της Μικρασιατικής Καταστροφής. Αποτέλεσμα αυτής ο εκπατρισμός του ελληνικού κόσμου, των Ρωμιών της Μικρασίας, από τις πατρογονικές του εστίες. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο μισός πληθυσμός της αντίπερα του Αιγαίου χώρας, ήταν ελληνικός. Είχε βαθειά καταχωρισμένα όλα τα βασικά καθοριστικά και χαρακτηριστικά στοιχεία, όπως γλώσσα, ήθη, έθιμα και παραδόσεις, τα οποία βίωσε και δέχθηκε από γενεάς εις γενεά. Είχε εθνική-ελληνική συνείδηση. Και όμως πολλοί λίγοι Ελλαδίτες το γνώριζαν. Στα χρόνια της προσφυγιάς τους βάφτισαν «πρόσφυνγκες» και «τουρκόσπορους-τουρκομερίτες», έτσι τους υποδέχθηκαν. Έτσι άρχισε ο αγώνας για επιβίωση, ο αγώνας για ένταξη-ενσωμάτωση, ο αγώνας συναρμογής. Ο πρώτος χρόνος δεν παλεύονταν, θεριό ανήμερο, ανίκητο. Αριθμητής: ένας δρόμος δύσκολος, η περιπλάνηση, η ζητιανιά, οι κακουχίες, η πείνα, η δίψα. Παρονομαστής: η άρνηση, η αμφισβήτηση, η κοινωνική απομόνωση-απαγόρευση. Πολλοί ιστορικοί και ερευνητές, μελέτησαν διεξοδικά και κατέγραψαν πληρέστατα πάντα όσα είχαν σχέση, με την ιστορική διαδρομή, την κοινωνική, οικονομική, θρησκευτική και πολιτιστική πλευρά του θέματος, την ένταξη και αφομοίωση, την καθαρότητα των τουρκόφωνων Ρωμιορθόδοξων, τα ήθη και έθιμα, τις λαϊκές παραδόσεις τον τρόπο ζωής κλπ σε δεκάδες ιστορικές αναλύσεις-μελέτες. Όμως το ουσιώδες μέρος περικλείεται στη φράση: «Nufus mübadelesi eşit göç anlasmasi. Μübadil eşit göçmen, göçen insanlar». Ανταλλαγή πληθυσμών σημαίνει συνομολογούμενη προσφυγιά. Ανταλλαγή πληθυσμών σημαίνει πρόσφυγιά-εκπατρισμό. Κύριο γνώρισμα σε όλες τις διασπαρμένες προσφυγικές ομάδες η συνοχή, η ελκτική αυτή δύναμη που στερέωνε αλλήλους, η αλληλεξάρτηση, η φιλαλλία, ο κοινός σκοπός. Γράφω σήμερα και ακούω καθαρά το χθες, ακούω τον ελληνόφωνο Καππαδόκη [Συλατενό] μπάρμπα Λάζαρο [αδελφό της γιαγιάς μου της Βαρβάρας]: «……… για διέ η γενεά μας πάλευε αδιάλειπτα. Εκεί στην Πατρίδα με τον τούρκικο εθνικισμό, εδώ στην παλιά-Ελλάδα με τον ελλαδικό ……. » Γράφω σήμερα και ξαναζωντανεύει το χθες. Στα πολύ παλιά χρόνια από την εποχή των Σταυροφόρων οι Άραβες αλλά και οι Τούρκοι την καλούσαν Ρούμ-Ελί, δηλαδή χώρα των Ρωμιών. Εμείς μιλούσαμε την ελληνική γλώσσα λίγο παρεφθαρμένα και ιδιόρρυθμα, χρησιμοποιώντας αρχαίες ελληνικές λέξεις, αλλά έτσι τα μάθαμε και μιλούσαμε παντού, στο σπίτι, στο σχολείο, στα παιχνίδια. Φυλάξαμε πεισματικά τη γλώσσα, την ορθόδοξη πίστη μας, τις λαϊκές παραδόσεις το εθνικό μας φρόνημα. Αλλά και οι πατριώτες στα τουρκόφωνα χωριά ήταν και αυτοί Χριστιανοί. Στην καρδιά και στη σκέψη, παντού γραμμένο «Κύριε βοήθη τον δούλο σου». Δεν απαρνηθήκαμε και δεν αποκηρύξαμε ποτέ την εθνική μας ταυτότητα, εμμέναμε στις ελληνικές πατρογονικές παραδόσεις δεν υποκύψαμε στον εκτουρκισμό. Ο Θεός και η Εκκλησία διαφύλαξαν εμάς και τους παππούδες μας αιώνες πρότερα. Τα καταφέραμε τόσες γενεές, αιώνες πριν, να τηρούμε ως «Έλληνες» τον κοινό νόμο της Ορθοδοξίας, της αγάπης και της φιλοξενίας. Στα χρόνια της «ανταλλαγής», εδώ στην Ελλάδα, αντί να μας «φιλοξενήσουν», ως εθνικά αυτάδελφους, ως ομόφυλους, εμάς τους απομονωμένους στην ενδοχώρα και στα βάθη, στα υψίπεδα της Ανατολής, εμάς που διδαχθήκαμε στα σχολειά μας την ίδια κοινή ιστορία, μας παραπέταξαν. Από τότε πέρασε κοντά ένας αιώνας και μόλις προ μικρού τους αναγνώρισαν. Μόλις προ-ολίγου αναγνώρισαν τη «συμβολή-συνεισφορά» στο χτίσιμο και στον επαναπροσδιορισμό του νεότερου ελληνισμού. Μέχρι και σήμερα στην Καππαδοκία πλανιέται η Ρωμιοσύνη. Είναι εκεί, σε κάθε βήμα, σε κάθε ματιά, σε κάθε χωριό. Από τότε αλλά και μέχρι και σήμερα οι Τούρκοι διηγούνται ιστορίες των παππούδων τους για τους Ρωμιούς. Σαν έφυγαν οι Ρωμιοί, ερήμωσε ο τόπος, Τα επόμενα είκοσι πέντε (25) χρόνια, ήταν χρόνια μαύρα, χρόνια πείνας και δυστυχίας. Κρυώναμε και πεινάγαμε. Η Συνθήκη της Λοζάνης έκανε ένα καλό στην Ελλάδα και ένα κακό για την Τουρκία. Έφυγαν οι Ρωμιοί και εμείς πεινάσαμε. Έφυγαν οι Ρωμιοί, πήγαν στην Ελλάδα και την έσωσαν και τώρα καμαρώνει στην Ευρώπη». Θέλω να σημειώσω ότι μέχρι και την προηγούμενη εικοσαετία αρκετοί γερο-Τούρκοι στην Καππαδοκία μίλαγαν ακόμα ελληνικά. Πολλοί απόγονοι ανταλλαξίμων Καππαδοκών προσφύγων, δεύτερης και τρίτης γενιάς, που ταξίδεψαν πίσω στις προγονικές εστίες, το είπαν «ταξίδι ζωής. Από τον ευλογημένο αυτόν τόπο κατάγονταν οι γονείς μου Άνθρωποι «εν αρετή» και ευσεβείς. Στο σπίτι του Κωστή Μελετιάδη στη Σινασό, Ζωγραφιά-εγκαλλώπισμα περισσής τέχνης η οροφή. Κυκλικά στην περιφέρεια διαβάζουμε: «ΠΑΡΟΙΚΟΙ ΚΑΙ ΔΙΑΒΑΤΑΙ ΕΣΜΕΝ ΠΑΝΤΕΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ, ΤΗΣ ΞΕΝΙΑΣ Δ’ΕΥΧΑΡΙΣΤΩΣ ΤΟΝ ΚΟΙΝΟΝ ΝΟΜΟΝ ΠΛΗΡΟΥΜΕΝ» Με αυτά τα στοιχεία συναντήθηκα πριν από μισό αιώνα, σαν πρωτάκουσα, παιδί τότε, τα πρώτα δύο ακούσματα: «Τόξασι ο Τεός» και αμέσως μετά «Αλλάχ σουκούρ». Μετά ήρθαν τα πρώτα σχολικά χρόνια, τα πρώτα βήματα στη μάθηση, τα πρώτα μικρά ερωτήματα. Τα καλοκαίρια, ήταν τότε που στους μαχαλάδες και στις γειτονιές, τσούρμο τα παιδιά παίζαμε τόπι. Νύχτωνε, εμείς εκεί, μούσκεμα στον ιδρώτα, με τα παπούτσια ξεχαρβαλωμένα παίζουμε ακόμα. Το τόπι κατέληξε ανάμεσα στα πόδια του Μποτός-αγά, καθόταν στο μόνιμο στέκι του, στο πέτρινο σκαλί μπροστά στην αυλή του σπιτιού. Το σπίτι μας τριάντα μέτρα παραπέρα. Κοιτάζω τα παπούτσια μου, χάλια αδιόρθωτα. Βαγγέλη γιαβρούμ γκέλ, μπεν γιαπάριμ….. Τα παπούτσια στο γόνατο, τάκ-τάκ το σφυράκι, τα προκάκια στο στόμα, εγώ δίπλα του, τον χαζεύω ….. Μποτός-αγά, στην πατρίδα παίζατε τόπι στους μαχαλάδες ……………… έβγαλε βαθύ αναστεναγμό και άρχισε να διηγείται………. Θυμάμαι τους ξεχασμένους γερο-πρόσφυγες [Unutulan Büyük Göç] που αντί για παραμύθια και βασιλόπουλα, μας διηγούνταν τη ζωή στην Πατρίδα, αλλά και τα τσουβάλια βάσανά που φορτώθηκαν…………. -- Ευχαριστώ τον πατέρα μου και δάσκαλό μου Θεοφάνη Σταματιάδη του Λαζάρου, υπηρετήσαντα το ψαλτήρι επί 70 συνεχή έτη, χωρίς καμία χρηματική ή άλλη αντιπαροχή. Άριστο χειριστή της ελληνικής γλώσσας. Μαθητή του Ιάκωβου Ναυπλιώτη και γλυκύτατο ψάλτη. --Ευχαριστώ την πολυβασανισμένη μητέρα μου, το «Σωφρονάκι μας», και «ακούω» τα λόγια της: «Σ’αυτόν τον κόσμο μία ελεημοσύνη και ένα χαμόγελο μένουν. Του κόσμου όλα τα καλά σ’αυτόν τον κόσμο μένουν». [ Dünyan'in mali Dünyanda kalir]

ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΤΟΥ ΕΚΠΑΤΡΙΣΜΟΥ

ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΤΟΥ ΕΚΠΑΤΡΙΣΜΟΥ Τα κατωτέρω, αποτελούν μαρτυρική κατάθεση του προπάππου μου ata-dede Θεοφάνη [1857-1934] στον εγγονό του και πατέρα μου [Babacim] Θεοφάνη, δεκατετράχρονο παιδί τότε, ο οποίος κατέγραψε και κράτησε κάποιες σημειώσεις σχετικά με την αφήγηση-κατάθεση του εκπατρισμού, τις οποίες σου παραθέτω: «Ο πατέρας σου ο Λάζαρος, μου έστελνε στο χωριό τακτικά, διάφορα έντυπα αλλά και εφημερίδες της Πόλης [Ανατολή και Νεολόγο], από τις οποίες μαθαίναμε τα «χαπάρια του κόσμου». Χρόνια πολέμων ήταν τα τελευταία είκοσι (20) χρόνια. Όλο το Μπαλκάν-Γιαριμαντασί [βαλκtανική χερσόνησος], αναστατωμένο. Μετά τον χαμένο πόλεμο της Σμύρνης, το χωριό μας βουβό, αμίλητο, φοβισμένο. Και τι δεν άκουγες και τι δεν έβλεπες. Ρωμιούς βασανισμένους να πορεύονται εξόριστοι. Έβλεπες τα καραβάνια, έβλεπες τη γενεά μας ρακένδυτη, να σέρνει τα πόδια, άκουγες τα κλάματά τους, πονούσε η ψυχή σου. Ήταν ο μήνας Μάρτιος του 1924, όταν ήρθε στο χωριό το «ταλιμάτι» [talimat= διαταγή] από τη Νεάπολη, το έστειλε ο Καϊμακάμης στη δημογεροντία. Το είδα με τα μάτια μου. Όλα όσα άκουγα [έρχεται ανταλλαγή mübadele geliyor] τον τελευταίο χρόνο, τα είδα γραμμένα σε επίσημο κρατικό τούρκικο χαρτί. Και τι έγραφαν μεταξύ άλλων: ότι όσοι δεν εμφανιστούν αυτοπροσώπως στην καταγραφή και στην απογραφή των περιουσιών τους, αυτές δημεύονται. Γνώριζαν καλά ότι πολλοί Ρωμιοί οικογενειακά ζούσαν στην Πόλη. Το χαρτί γραμμένο στα τούρκικα, το διάβασε ο παπά-Βασίλης στην εκκλησία, αλλά δεν πρόλαβε να το τελειώσει. Κραυγές πόνου παντού, μέσα και έξω από το Ναό, όλο το χωριό ήταν βλέπεις εκεί. Όλοι οι χωριανοί, μα όλοι οι χωριανοί αγκαλιασμένοι κλαίνε. «Δεν ήταν διές κι’εύκολο να αφήσουμε τα κόκαλα των παππούδων μας, τις εκκλησιές μας, τα σχολειά μας, τα κτήματα και τα σπίτια μας εκεί». Ήταν όμως και η αγάπη για την Ελλάδα γραμμένη μέσα μας, βαθειά στην καρδιά μας. Έτσι μεγαλώσαμε, έτσι μαθαίναμε τα παιδιά μας. Ελλάδα λέγαμε και κλαίγαμε από χαρά. Ήταν πια οριστικό και βέβαιο, ότι θα φεύγαμε. Η γιαγιά-Φώτα έκλαιγε και παρακαλούσε κάθε μέρα δεν σταματούσε το κλάμα και τα μοιρολόγια σαν να είχαμε «σεραντάμερνα». «Αμά το Θεγό, τα δώδεκα Αποστόλ και ούλα τα Αγίους περικάλνε τα ετά» [Το Θεό τους δώδεκα Αποστόλους και όλους τους Αγίους, αυτούς παρακαλούσε]. «Παναΐά σύφτα γλύτω μας» [Παναγία έλα γρήγορα και γλύτωσέ μας] Σαν ξάπλωνα το βράδυ που να κοιμηθώ, όλο και ρωτούσα και απάντηση δεν έπαιρνα : Τι αμαρτίες κάναμε;;;;; ποιον αδικήσαμε;;;;; γιατί Θεέ μου μας εξορίζεις σαν τους Ιουδαίους…... Οι νέοι του χωριού ανυπόμονοι, περίμεναν τη μέρα της «Ελλάδας» από το χειμώνα. Τραγουδούσαν, χόρευαν, έκαναν όνειρα. «Να (θα) έρτουν μέρες λευτεριάς» φώναζαν. Τις επόμενες εβδομάδες, ορίστηκε η επιτροπή του χωριού που θα βοηθούσε να γραφτούν οι περιουσίες των χωριανών. Πρόεδρος ο θείος Γιακείμης, γραμματέας ο Παπα-Γιάννης, ο Δημήτρης ο Καράκηζ, ο Σωτήρης Μαυροβασιλειάδης και ο Λάζαρος Εξαρχίδης. Πρώτη τους δουλειά: πλήρωσαν μαραγκό από τη Νεάπολη για να ετοιμάσει ξύλινα μεγάλα κουτιά, εκεί θα βάζαμε τα Ιερά και πολύτιμα σκεύη της Εκκλησίας. Ήταν πια Απρίλιος του 1924, όμορφες μέρες ξημέρωνε ο Θεός, χρόνια είχαμε να τις δούμε. Χαρά Θεού ήταν. Αρκετοί χωριανοί από την Πόλη «ήρτανε», στα σπίτια τους. Με τους Τούρκους ζούσαμε αγαπημένα. Ήταν καλοκάγαθοι. Αυτοί δούλευαν τα κτήματά μας και φρόντιζαν τα ζώα μας και τι ζητούσαν;;; ένα πιάτο φαΐ. Το Πάσχα περίμεναν το κουλούρι και το κόκκινο αυγό τους και τους το δίναμε χαλάλι, με την καρδιά μας [helal olsun]. Στον Τούρκο αν δώσεις δυο φέτες παστιρμά και μια «πούκα» [μπουκιά] ψωμί δεν το ξεχνά ποτέ, όσα χρόνια και αν περάσουν θα το λέει σαν παραμύθι στα εγγόνια του. Στα τέλη του Ιουλίου έφθασαν στο χωριό οι πρώτοι Τούρκοι ανταλλάξιμοι από την Κοζάνη [Kozanali]. Ταλαίπωροι, νηστικοί άρρωστοι, «βερέμηδες» και όμως, εμείς είμασταν αυτοί που τους ταΐσαμε και τους ποτίσαμε. Πολλοί ήξεραν και μιλούσαν ελληνικά. Οι ντόπιοι Τούρκοι δεν τους ήθελαν, μιλούσαν με άσχημα λόγια, τους έδιωχναν. Πολλοί Συλατενοί πουλούσαν τρόφιμα που περίσσευαν και μικροπράγματα στους νεοφερμένους Τούρκους. Στο σπίτι μας μπήκαν οι Τούρκοι μια δυο μέρες σαν μπήκε ο Αύγουστος, εμείς έξω, από δω κι από κει. Εγώ το βράδυ σαν «μπεκτσής» φυλούσα τα «ντέγκια» [τα συσκευασμένα κουτιά], περιμένοντας την «κομισιόν» την «επιτροπή» από τη Νίγδη, η οποία ήρθε δέκα μέρες περίπου πριν ξεκινήσουμε. Είδε το χαρτί που μας μοίρασαν συμπληρωμένο, είδε τα «ταπού» και τα «χοτζέτια», [τίτλοι], του σπιτιού, του καζίν, του φούρνου ……., τα έγραψαν σε νέα κατάσταση, και αυτό ήταν. Μετά, φορτώσανε σε καμήλες και σε μεγάλα αραμπάδια όλο μας το «μπερεκέτι» και το πήγαν συνοδεία στο Ουλούκισλα στο τρένο. Έγραψα στο χαρτί: «Τούτη είναι χώρα Ρωμιών, χώρα των Ρωμιών Συλατενών», το έβαλα σε γυάλινο μπουκάλι και το έθαψα βαθειά, αλέτρι να μην το φθάνει. Ήταν Κυριακή η τελευταία μέρα. Πρωί-πρωί χαράματα ήρθαν από τη Νεάπολη Τούρκοι αραμπατζήδες, όλοι οι Συλατενοί πριν ξεκινήσουμε κοινωνήσαμε στο Ναό. Οι Τούρκοι όλοι μαζεμένοι, κλαίνε ομαδικά, μας αγκαλιάζουν, μας φιλούν και στα δύο χέρια. «Ο Θεός να σας ανταποδώσει τις καλοσύνες που μας κάνατε διπλά». Τι θα γίνουμε χωρίς εσάς, ποιο το χάλι μας, θα πεινάσουμε!!!. Ο γιασλί-Αλή, χίλιες φορές το είπε τρέχοντας σαν τρελός ξοπίσω: «Helal edin» [Κάντε χαλάλι όσα μας δώκατε]. Ξεκινήσαμε, τα βήματά μας στον ίδιο δρόμο της ξενιτιάς που βημάτιζαν τα παιδιά μας για την Πόλη, σε λίγο, λίγο πριν το μεσημέρι φάνηκε η Μαλακοπή. Ανάστα όλος ο Κύριος. Όλη η Μαλακοπή στο πόδι, ετοιμάζονταν κι αυτοί για το ταξίδι. Σταματήσαμε λίγο να ξεκουραστούν τα ζώα. Πριν το απόγευμα περνούμε από το Γκιολτζούκ [Λίμνα], το χωριό έρημο και μόνο, ούτε ψυχή και αργά το απόγευμα φθάσαμε στο Ανταβάλ. Πολλοί έδωκαν παράδες και κοιμήθηκαν στα χάνια. Πρωί-πρωί ξεκινήσαμε και λίγο πριν το βράδυ φθάσαμε στο σταθμό του τρένου στο Ουλούκισλα. Τρεις μέρες αναμονή, Εν τέλει το απόγευμα της τρίτης μέρας το τρένο ξεκίνησε και μετά από δυο μέρες φθάσαμε στη Μερσίνα. Δίπλα στη θάλασσα ντουνιάς «αλάϊ-μαλάϊ». Οι Ρωμιοί της Χριστιανικής Ανατολής, εκπατρισμένοι, αναμένουν ……. Τα βάσανα μόλις είχαν αρχίσει. «Neler geldi bu garip basima, daha da neler gelecek» [Και τι δεν ήρθε σ’αυτό το έρημο κεφάλι μου και ακόμα τι θα έρθει…] Σε σας, στη νέα γενεά θα ξημερώσουν καλλίτερες μέρες, να είσαι πάντα με την ελπίδα φίλος.

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

Cappadoce

Cappadoce

Οι Καππαδόκες

Οι Καππαδόκες Η ιστορία της Καππαδοκίας ανάγεται στη νεολιθική εποχή γεγονός που αποδεικνύεται από μία τοιχογραφία του 6.200 πΧ η οποία θεωρείται η αρχαιότερη του κόσμου και απεικονίζει, μπροστά, τα σπίτια της περιοχής Τσατάλχογιούκ και πίσω το ηφαίστειο του Χασάνταγι να βγάζει λάβα και καπνούς. Κατά την 5η και 4η χιλιετία πΧ στην περιοχή υπήρχαν πολλά μικρά βασίλεια ενώ το 2.300 πΧ 17 βασιλείς της περιοχής ένωσαν τις δυνάμεις τους ενάντια στον βασιλιά των Ασσυρίων Ναρμασιν. Όντας λίκνο ενός από τους μεγαλύτερους πολιτισμούς της αρχαιότητας , του πολιτισμού των Χετταίων, οι οποίοι άρχισαν να εγκαθίστανται εκεί στις αρχές του 2.000 πΧ, η περιοχή της Καππαδοκίας φέρει ακόμη ανάγλυφα τα ίχνη του σε επιγραφές που βρέθηκαν. Μετά την κατάρρευση των Χετταίων η Καππαδοκία πέρασε διαδοχικά στα χέρια των Φρύγων, των Λυδίων, των Περσών, των Μακεδόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, της δυναστεία των Αριαραθών και των Ρωμαίων. Το 17 μΧ έγινε ρωμαϊκή επαρχία και ολοκληρώθηκε ο εξελληνισμός της περιοχής που είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα. Στα πρώτα χρόνια πρωτεύουσα της Καππαδοκίας έγινε η Καισάρεια, που παλαιότερα ονομαζόταν Μάζακα, αργότερα Ευσέβεια και σήμερα Κάισερι. Η Καισάρεια έγινε μία από τις σπουδαιότερες εκκλησίες και μητροπόλεις του Χριστιανισμού κατά τον 3ο και 4ο αιώνα. Οι μεγάλοι πατέρες της εκκλησίας, ο επίσκοπος Καισαρείας Φιρμιλιανός, ο επίσκοπος Νεοκαισάρειας Γρηγόριος ο Θαυματουργός, ο Λεόντιος και ο Ευσέβειος Καισαρείας, ο Βασίλειος ο Μέγας , ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός και ο Γρηγόριος ο Νύσσης δόξασαν την Καππαδοκία. Τον 4ο αιώνα οι χριστιανοί δημιούργησαν είτε μέσα σε φυσικές σπηλιές είτε λαξεύοντας τα βράχια χιλιάδες εκκλησίες και ολόκληρα μοναστηριακά συγκροτήματα. Στην εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου η Καππαδοκία μαζί με τον Πόντο έγινε ξεχωριστό κράτος με βασιλιά τον ανιψιό του Αννιβαλιανό. Μετά το θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου ο Αννιβαλιανός φονεύτηκε και η Καππαδοκία έγινε επαρχία του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους. Η περιοχή δέχτηκε επιδρομές των Περσών του κράτους των Σασσανιδών, από τους Γότθους που κατέβαιναν από τον Πόντο και αργότερα από τους Ισαύρους . Τον 7ο αιώνα η Καππαδοκία υπέκυψε στην επιδρομή των Περσών ενώ στη συνέχεια και μέχρι τον 11ο αιώνα δέχτηκε παροδικές αλλά καταστρεπτικές επιδρομές των Αράβων. Οι συνεχείς επιδρομές που δεχόταν η περιοχή ανάγκασε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, στην οποία ανήκε, να λάβει μέτρα χτίζοντας αναρίθμητα τείχη, και εφαρμόζοντας ένα μοναδικό σύστημα μυστικής επικοινωνίας. Χάρη στο σύστημα αυτό που βασιζόταν σε φωτεινά σήματα και λειτουργούσε σαν είδος τηλεγράφου οι κάτοικοι της περιοχής μπορούσαν μέσα σε μία ώρα να διαβιβάσουν στην Κωνσταντινούπολη το μήνυμα ότι πλησιάζουν εχθροί. Στην ύστατη προσπάθεια σωτηρίας από τους επιδρομής οι άνθρωποι κατέφευγαν σε υπόγειες πόλεις. Να σημειωθεί ότι ο βυζαντινός στρατηγός Νικηφόρος Φωκάς και μετέπειτα αυτοκράτορας είχε γεννηθεί στην Καππαδοκία. Μάλιστα με αφορμή την επίσκεψή του στην Καππαδοκία οικοδομήθηκε η εκκλησία Buyuk Guvercύnlύk (Μεγάλου Περιστερώνα) του Τσαβουσίν. Στα τέλη του 11ου αιώνα οι Σελτζούκοι σουλτάνοι της Περσίας υπέταξαν την Καππαδοκία στο κράτος τους. Εκείνα τα χρόνια με τη διαίρεση του μεγάλου περσικού κράτους προέκυψε το Σελτσουκικό κράτος του Ικονίου. Όταν στα τέλη του 13ου αιώνα διαλύθηκε το κράτος των Σελτζούκων οι διάφορες επαρχίες της Καππαδοκίας πέρασαν στα χέρια τοπικών δυναστειών ενώ μέρος της υπέκυψε στη δυναστεία του κράτους Καραμάν το οποίο καταλύθηκε από τους Οθωμανούς λίγα χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Έκτοτε η Καππαδοκία παρέμεινε στα χέρια των Οθωμανών και σήμερα ανήκει στην Τουρκία. Από τα πρώτα κιόλας χρόνια του Χριστιανισμού δημιουργήθηκαν στην περιοχή ολόκληρα μοναστηριακά συγκροτήματα στα βράχια που βρίσκονται ανάμεσα στις κοιλάδες Ιχλάρα και Μπελίσιραμα (Περίστρεμμα). Οι πρώτοι χριστιανοί φαίνεται ότι επέλεξαν αυτή τη δύσβατη περιοχή για να προστατευτούν από τους διώκτες τους. Ανάμεσα στον 7ο και 8ο αιώνα μ.Χ λαξεύτηκαν εκκλησίες στα βράχια ανάμεσα στις δύο κοιλάδες και διακοσμήθηκαν με τοιχογραφίες. Την εποχή της εικονομαχίας, μεταξύ του 726 και 843 μ.Χ οι τοιχογραφίες αυτές υπέστησαν μεγάλες καταστροφές με αποτέλεσμα η Καππαδοκία να έχει μείνει μόνο με τις λαξευτές μονές και εκκλησίες. Από τις αρχαιότερες εκκλησίες της περιοχής είναι αυτή του Αγίου Δανιήλ που χρονολογείται στον 6ο αιώνα μ.Χ. Πρόκειται για ένα σταυροειδή ναό που στον κεντρικό του τρούλο απεικονίζεται η Ανάληψη του Ιησού . Στο δυτικό μέρος της εκκλησίας σώζεται τμήμα της απεικόνισης του Αγίου Δανιήλ και μορφής λέοντος. Όμως ο ναός του Αγίου Δανιήλ δεν είναι ο μόνος που σώζεται στην περιοχή. Υπάρχει μεγάλος αριθμός εκκλησιών με πλούσιο διάκοσμο και τοιχογραφίες που απεικονίζουν σκηνές από τον Ευαγγελισμό, τη Γέννηση, τους Τρεις Μάγους με τα δώρα και άλλες θρησκευτικές παραστάσεις που δυστυχώς βρίσκονται σε κακή κατάσταση εξ' αιτίας των φθορών που προξένησε όχι τόσο το πέρασμα των χρόνων αλλά το ανθρώπινο χέρι είτε λόγω θρησκευτικού φανατισμού είτε λόγω άγνοιας. Βέβαια η Τουρκία αρχίζει να ανακαλύπτει τον πλούτο τής ορθόδοξης παράδοσης στα εδάφη της και κινούμενη από το τουριστικό ενδιαφέρον προχωρά σε αναστηλώσεις ναών και μοναστηριών. Εκείνο που προκαλεί κακή εντύπωση στον Έλληνα επισκέπτη είναι ότι όλες σχεδόν οι εκκλησίες αναφέρονται με τουρκικά ονόματα χωρίς καν να υπάρχει στις επεξηγηματικές πινακίδες το ελληνικό όνομα που έφεραν στο παρελθόν. Στις σημαντικότερες εκκλησίες της περιοχής είναι η Pοrenli Seki Klise, η Εκκλησία των Φιδιών (Yύlanlύ Klise) , Eπritaώ Klise.