Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Ο ΝΑΟΣ ΤΩΝ ΣΤΕΦΑΝΩΝ [TOKALI KILISE]

Ο ΝΑΟΣ ΤΩΝ ΣΤΕΦΑΝΩΝ [TOKALI KILISE] Ο λαξεμένος μέσα στο βράχο Ναός των Στεφάνων [Tokalı Kilise], βρίσκεται στην κοιλάδα της Ματιανής [Göreme] 11 Km βορειοανατολικά της Νεάπολης και αποτελεί μοναδικό δείγμα της μεσοβυζαντινής τέχνης του 10ου αιώνα στην Καππαδοκία. Ο Ναός των Στεφάνων [Tokalı Kilise], αυτό το υπέροχο μνημείο της Βυζαντινής Καππαδοκίας, κατά την μεσοβυζαντινή περίοδο, αποτέλεσε το καθολικό του μεγάλου μοναστικού συγκροτήματος της Μονής των Αρχαγγέλων. Περιλαμβάνει τρεις Ναούς. Τον πρωτολαξεμένο και αποκαλούμενο Κάτω Ναό, ο οποίος λαξεύτηκε περί τα μέσα του ένατου 9ου αιώνα. Τον Παλαιό Ναό, ο οποίος λαξεύτηκε, πενήντα χρόνια αργότερα, ένα επίπεδο ακριβώς πάνω, λαξεύτηκε μία μεγαλύτερη θολοσκεπής μονόκλιτη από τον Κάτω Ναό. Είναι πιο ευρύχωρος, με πλουσιότατη αγιογραφική διακόσμηση. Σε όλο το θόλο εικονίζεται με πληθώρα παραστάσεων, όλος ο χριστολογικός κύκλος, η παιδική ηλικία, τα Θαύματα και τα Πάθη του Ιησού. Το Νέο Ναό, ο οποίος λαξεύτηκε, γύρω στα 950, ως αποτέλεσμα της ολοένα αυξανόμενης μοναστικής κοινότητας. Οι εργασίες λάξευσης ξεκίνησαν από την ανατολική πλευρά του Παλαιού Ναού, δηλαδή από το Ιερό βήμα, το οποίο και αποτελεί την είσοδο του Νέου Ναού. Μέσα στο βράχο λαξεύτηκε μια υπέροχη τρίκλητη βασιλική με εγκάρσιο κλίτος και τρίκογχο Ιερό, που χωρίζεται με ένα μνημειώδη διάδρομο. Όλοι όσοι έχουν επισκεφθεί την περιοχή, συμφωνούν ότι αποτελεί μοναδικό λαξεμένο μνημείο μέσα στο βράχο. Οι διαστάσεις του Νέου Ναού ασυνήθιστα μεγάλες για την Καππαδοκία, προσεγγίζουν σε μέγεθος ορισμένα μεσοβυζαντινά μνημεία που διασώζονται σήμερα στην Κωνσταντινούπολη. Όλος ο γραπτός διάκοσμος του Ναού είναι σύμμετρος του μεγέθους και της αρχιτεκτονικής του κομψότητας, το δε εικονογραφικό του πρόγραμμα χαρακτηρίζεται από υψηλή αισθητική και πολυπλοκότητα. Περιλαμβάνει ένα πλούσιο χριστολογικό κύκλο, εμπνευσμένο από τα Ευαγγέλια και τα Απόκρυφα κείμενα, αλλά και ασυνήθιστες αγιογραφικές απεικονίσεις. Η λαξεμένη αρχιτεκτονική και η τεχνοτροπία των αγιογραφιών τόσο του Παλαιού όσο και του Νέου Ναού, καταλαμβάνουν σημαντική θέση στην Ιστορία της Τέχνης, και αποτελούν το πρώτο σωζόμενο μεγάλου μεγέθους βυζαντινό μνημείο των μέσων του 10ου αιώνα στην Καππαδοκία. Η Μακεδονική Αναγέννηση και η καλλιτεχνική ακμή γρήγορα εξαπλώνονται στην Καππαδοκία. Η εκκλησία των Στεφάνων την εποχή αυτή, αποτελεί δείγμα υψηλής λαξεμένης αρχιτεκτονικής με υπέροχα εικονογραφικά προγράμματα. Οι τοιχογραφίες του Νέου Ναού προσφέρουν μία νέα διάσταση στο σύνολο των καλλιτεχνημάτων του 10ου αιώνα. Πολλοί ιστορικοί Τέχνης μελετώντας την εκκλησία των Στεφάνων στο Göreme, βρίσκουν απαντήσεις σε ερωτήματα σχετικά με την ναϊκή αρχιτεκτονική και την εικονική τέχνη του 10ου αιώνα. Σχετικά με την ακριβή χρονολόγηση του μνημείου και σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα του χώρου, αλλά και από τα συγκριτικά τοπικά ευρήματα και τις επιγραφές, έχουμε τρεις φάσεις λάξευσης από το 850 μέχρι το 950 και δύο φάσεις αγιογράφησης, από το 920 μέχρι το 960. ΟΙ ΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΛΑΞΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ. ΚΑΤΩ ΝΑΟΣ: Το ενδιαφέρον των Τούρκων, που αποσκοπούσε στην τουριστική ανάπτυξη της Καππαδοκίας, εκδηλώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 60. Μέχρι τότε, πολύ δύσκολα ο επισκέπτης είχε πρόσβαση στο μνημείο, λόγω της διάβρωσης και των κατολισθήσεων. Ο Κάτω Ναός καθαρίστηκε από τα συντρίμμια και αναστηλώθηκε. Η στοά η οποία συνδέει τον νάρθηκα με τα κλίτη της εκκλησίας υποστηλώθηκαν. Ο αρχιτεκτονικός τύπος του Κάτω Ναού, είναι τρίκλητη βασιλική, μικρών διαστάσεων. Στα ανατολικά βρίσκεται το υπερυψωμένο Ιερό που αποτελείται από τρεις ημικυκλικές αψίδες. Στις ανατολικά λαξεμένες πλευρές των κογχών υπάρχουν λαξευτοί βωμοί και στα δεξιά τους λαξευτά καθίσματα. Στην νοτιοδυτική γωνία του Καθολικού βλέπουμε μία λαξευτή γούρνα η οποία πιθανότατα χρησιμοποιείτο για τον Αγιασμό. Οι μικρές πλευρικές διαστάσεις του Κάτω Ναού, και η χαρακτηριστική ομοιότητα με την Κουμπελί κιλισέ στο Σόγανλι που χρονολογήθηκε από τις αγιογραφίες της, τοποθετούν τον Κάτω Ναό στις αρχές της μεσοβυζαντινής περιόδου. Ο καμαροσκεπής προθάλαμος, μήκους περίπου τεσσάρων μέτρων πριν τον Κάτω Ναό, οδηγεί σε δύο λαξεμένους τάφους στη νότια πλευρά, ενώ στον κυρίως ναό και στη βόρεια πλευρά, βλέπουμε δύο αρκοσόλια λαξευμένα στον βόρειο τοίχο και ένα ταφικό λάξευμα στο δάπεδο του νάρθηκα. Από αυτό συμπεραίνουμε πως ο Κάτω Ναός μετά τη δημιουργία της υπεράνω μονόκλιτης παλαιάς εκκλησίας, χρησιμοποιήθηκε για κάποιο χρονικό διάστημα ως ταφικό παρεκκλήσιο και αργότερα ως χώρος ταφής. Ο Κάτω Ναός πιθανά αργότερα να λειτούργησε και ως «νάρθηκας» του παλαιού υπεράνω μονόκλιτου Ναού. Ο Κάτω Ναός ενδεχόμενα να είχε μετατραπεί σε κρύπτη και μπορούμε να υποθέσουμε ακολουθώντας την πρακτική που αναφέρεται στα μοναστικά χειρόγραφα, ότι σε αυτό το χώρο πιθανότατα να είχε ταφεί ο ιδρυτής της μοναστικής κοινότητας. ΠΑΛΑΙΟΣ ΝΑΟΣ: Μία μικρή μονόκλιτη εκκλησία της οποίας το Καθολικό είναι μικρών διαστάσεων, τόσο στην κάτοψη και στο ύψος, ενώ η θολωτή οροφή στηρίζεται σε απλό γείσο, που αποτελεί τη μοναδική αρχιτεκτονική κομψότητά του. Στο ανατολικό άκρο του, υπήρχε μία μεγάλων διαστάσεων αψίδα και μία κόγχη ως Πρόθεση, προφανώς με έναν βωμό. Από αυτό το σημείο, μισό αιώνα αργότερα ξεκίνησαν οι εργασίες στη λάξευση του Νέου Ναού. Η μεγάλη αψίδα αποτελεί σήμερα την είσοδο του Νέου Ναού. Ο Παλαιός Ναός αποτελεί χαρακτηριστικό συνηθισμένο δείγμα λαξεμένης μονόκλιτης εκκλησίας στην Καππαδοκία. Ο επιμήκης θολωτός προθάλαμος συναντάται στην περιοχή, τόσο στην Πρωτοβυζαντινή, όσο και στην Μεσοβυζαντινή περίοδο, λόγω προφανώς, της λειτουργικής χρησιμότητάς του. ΝΕΟΣ ΝΑΟΣ: Από πλευράς μεγέθους και αρχιτεκτονικής κομψότητας ο Νέος Ναός των Στεφάνων [Tokalı Kilise] διαφέρει ριζικά από τους δύο προκατόχους του. Μισό αιώνα περίπου μετά την αγιογράφηση του Παλαιού Ναού, ξεκίνησαν οι εργασίες, λαξεύοντας την είσοδο του από το Ιερό του Παλαιού, όπως προαναφέρθηκε. Ο Νέος Ναός αποτελείται από ένα μεγάλο καθολικό με λαξεμένη καμαρωτή οροφή, η οποία χωρίζεται σε τρία τμήματα με μικρά διαχωριστικά τόξα και πολύ προσεκτικά λαξευμένες μαρκίζες. Ακριβώς πάνω από τη μαρκίζα αρχίζουν οι θόλοι και η βάση του βόρειου και του νότιου τυμπάνου. Κάθε τύμπανο φέρει διάκοσμο αποτελούμενο από έναν σταυρό, ο οποίος το χωρίζει σε τέσσερα τμήματα. Τα χαμηλότερα σημεία είναι διακοσμημένα με τυφλές αψίδες. Στα ανατολικά ένα μνημειώδες κλίτος με πέντε καμάρες διαχωρίζει το καθολικό από τον υπερυψωμένο διάδρομο που διέρχεται μπροστά από τις τρεις ευρύχωρες αψίδες του Ναού. Αυτός ο διαχωρισμός καθολικού και Ιερού είναι δείγμα μοναδικής αρχιτεκτονικής ομορφιάς. Η αψίδα του Ιερού περιλαμβάνει έναν λαξεμένο βωμό, πολυτελείς λαξεμένους θρόνους με βραχίονες. Η Πρόθεση και το Διακονικό είναι πιο απλά. Οι αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες του Ναού έχουν λαξευτεί με ιδιαίτερη ακρίβεια. Όμοια καλά λαξευμένο είναι και το παρεκκλήσιο, προσκολλημένο στην βόρεια πλευρά του Νέου Ναού. Πρόκειται για έναν διαμήκη, καμαρωτό χώρο με μονή αψίδα. Από τις ομοιότητες στις λαξευμένες λεπτομέρειες, συμπεραίνεται ότι το παρεκκλήσιο λαξεύτηκε συγχρόνως με τον Νέο Ναό. O αρχιμάστορας-λαξευτής που επέβλεψε το έργο και την αρχική του διακόσμηση, επέμεινε και έδωσε μεγάλη έμφαση τις βασικές κατευθύνσεις και «δομικές» γραμμές, διακοσμώντας τις απλά αλλά κομψότατα. Αντηρίδες, μαρκίζες, πεσσοί, κιονόκρανα και αψίδες λειάνθηκαν με μεγάλη λεπτομέρεια. Σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών, ο χρόνος που χρειάστηκε για την πλήρη αποπεράτωση της λάξευσης του Νέου Ναού και του Παρεκκλησίου ήταν περίπου τα δύο χρόνια. Στην αντηρίδα αριστερά της αψίδας του Ιερού βλέπουμε επιγραφή από την οποία δυστυχώς δεν προκύπτουν επαρκή στοιχεία χρονολόγησης. «Ο Ναός αυτός τελείωσε τον Ιούνιο, την 15η μέρα. Ο Κύριος ας προστατεύει τον κτίστη». Κατά την τοπική αρχιτεκτονική παράδοση, συναντάμε κυρίως μονόκλιτες και δίκλητες βασιλικές αλλά και σταυρόσχημες λαξεμένες εκκλησίες, τόσο στους πρώιμους όσο και στους μεσοβυζαντινούς χρόνους. Ο τύπος, η μορφή και οι αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες του Νέου Ναού των Στεφάνων, αποτελούν το μοναδικό δείγμα στην περιοχή. Η εγκάρσια καμαρωτή μορφή του Νέου Ναού όχι μόνο αποτελεί νεωτερισμό για την Καππαδοκία αλλά είναι και παντελώς άγνωστη στην καρδιά της αυτοκρατορίας. Δεν υπάρχει κανένα δομημένο σωζόμενο δείγμα αυτού του τύπου στην Κωνσταντινούπολη. Λίγα δείγματα υπάρχουν στη Βόρεια Μεσοποταμία, τα οποία πολύ πιθανόν να αποτέλεσαν το πρότυπο της αντιγραφής. Στο ερώτημα αν και κατά πόσο η Νέα Εκκλησία των Στεφάνων επηρέασε αργότερα την ευρύτερη περιοχή, την απάντηση την βρίσκουμε σε ένα μικρό εκκλησάκι 500 μέτρα δυτικότερα, στο küçük tokali kilise, που αποτελεί το πλησιέστερο αντίγραφο. Δείγματα μικρής επιρροής σε όλο το διάστημα του 11ου αιώνα, εντοπίζονται επίσης βορειότερα, στην εκκλησία των Δώδεκα Αποστόλων [Kiliçlar Kilise], αλλά και στην Κίτρινη Εκκλησία [Sariça Kilise] στην περιοχή του Προκοπίου. ΟΙ ΦΑΣΕΙΣ ΑΓΙΟΓΡΑΦΗΣΗΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗΣ Ο αγιογραφικός διάκοσμος του Παλαιού Ναού. Η στενή ομοιότητα στην τεχνοτροπία του κύριου εικονογραφικού κύκλου μεταξύ του Παλαιού Ναού των Στεφάνων και άλλων χρονολογημένων εκκλησιών όπως της εκκλησίας του Τιμίου Προδρόμου [Ayvalı Kilise] στο Güllüdere [κοιλάδα των ρόδων], μας οδηγούν με βεβαιότητα στις αρχές του δέκατου αιώνα. Η πρώτη χρονική φάση της αγιογράφησης, που ταυτίζεται με τον Παλαιό, κατατάσσεται λοιπόν γύρω στα 920. Τα χρώματα περιορίζονται στα γαιώδη, μαζί με μαύρο, άσπρο και μικρές ποσότητες από κόκκινο θειούχο υδράργυρο [κιννάβαρι] και χρώματα μπλε από επεξεργασία του ορυκτού αζουρίτη. Η απεικόνιση της ανθρώπινης μορφής είναι κοινή: κυριαρχεί κεφάλι σε σχήμα οβάλ, με μεγάλα φαιοκίτρινα μάτια και όμοιου χρώματος φρύδια, ευθεία μύτη και χείλη σε αποχρώσεις του κόκκινου. Βλέποντας τις απεικονίσεις του Παλαιού Ναού των Στεφάνων και του Τιμίου Προδρόμου [Ayvalı Kilise] βορειότερα, αποδεικνύεται ότι οι δύο Ναοί αγιογραφήθηκαν από το ίδιο εργαστήριο και πιθανότατα από τον ίδιο αγιογράφο. Ενώ δεν έχουμε ενεπίγραφες μαρτυρίες από τον Παλαιό Ναό που να συμβάλλουν στην χρονολόγησή του, συναντάμε τέτοιες στο Ayvalı Kilise, από τις οποίες με βεβαιότητα χρονολογούμε τον Παλαιό Ναό γύρω στα 920, στην εποχή του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου. Το εικονογραφικό πρόγραμμα του Παλαιού Ναού κατά την παραπάνω χρονική περίοδο περιλαμβάνει περίπου 30 σκηνές και διασώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση στον καμαρωτό θόλο του Παλαιού Ναού, στον βόρειο τοίχο του και στις ανατολικές και δυτικές αψίδες του καθολικού. Όλος ο χριστολογικός κύκλος αποδίδεται αφηγηματικά. Τα πιο σημαντικά δείγματα της φάσης διακόσμησης, εντοπίζονται στον καμαρωτό θόλο. Στην κορυφή του θόλου έχουμε προτομές προφητών οι οποίες αποδίδονται σε μία ταινιωτή σειρά που πρέπει να εικονογραφήθηκε από τα ανατολικά προς τα δυτικά. Κάθε πλευρά του θόλου διαιρείται σε τρεις ζώνες, οι δε σκηνές σε κάθε ζώνη αρχίζουν από την επάνω νοτιοανατολική γωνία του θόλου και καταλήγουν στην κάτω βορειοανατολική. Αυτός ο τριζωνικός διαχωρισμός του προγράμματος ταυτίζεται με την παραδοσιακή διαίρεση του Βίου του Χριστού σε τρεις φάσεις : την νηπιακή ηλικία, τα Θαύματα και τα Πάθη. Ο λαξεμένος θόλος διακοσμείται με περίτεχνες σκηνές από τον Βίο του Χριστού, όπως ………………………… Τρεις σκηνές εντοπίζονται εκτός των ορίων της τριζωνικής αφήγησης του θόλου. Στο τύμπανο της θριαμβικής αψίδας η Μεταμόρφωση η Ανάληψη και η Υπαπαντή στην νότια πλευρά του ανατολικού τοίχου. Στις εκκλησίες χωρίς τρούλο, η θριαμβική αψίδα θεωρείται ως αντίστοιχης με τον τρούλο σημασίας ναϊκός χώρος. Βλέπουμε την εξέχουσα θέση της σκηνής της Μεταμόρφωσης η οποία αποδίδεται στην έμφαση που δόθηκε από την εκκλησία μετά την Εικονοκλαστική περίοδο. Η επιρροή της Πρωτεύουσας είναι εμφανής. Τη σκηνή της Μεταμόρφωσης την συναντάμε στην ίδια θέση επίσης και σε άλλους λαξεμένους Ναούς στην ευρύτερη περιοχή της Καππαδοκίας. Η ομοιότητες στη μορφολογική αναλογία των αγιογραφιών της Καππαδοκίας με τα μωσαϊκά της Αγίας Σοφίας της Θεσσαλονίκης, χρονολογημένα στο τελευταίο τέταρτο του 9ου αιώνα, αλλά και οι ομοιότητες με άλλες εκκλησίες στην Κωνσταντινούπολη και στη βόρειο Ελλάδα, αποδεικνύουν την μεταξύ τους στενή σχέση και εξάρτηση. Στοιχεία από την Σταύρωση, την Αποκαθήλωση και την Ανάληψη του Παλαιού Ναού εντοπίζονται σε εικόνες της Κωνσταντινούπολης γύρω στα τέλη του 9ου και στις αρχές του 10ου αιώνα. Στη μακρινή και απομονωμένη Καππαδοκία, παρότι οι αγιογραφίες υπολείπονται καλλιτεχνικά των άλλων σωζόμενων Ναών του Βυζαντίου, περιλαμβάνουν στοιχεία ντόπιων εικονογραφικών λεπτομερειών και μπορούν να συνδεθούν ως προς την τεχνοτροπία και τα εικονογραφικά στοιχεία με άλλα μνημεία της αυτοκρατορίας Αυτό καταρρίπτει τα επιχειρήματα ορισμένων ερευνητών και ιστορικών, οι οποίοι επηρεασμένοι από την μεγάλη απόσταση που χώριζε την Καππαδοκία με την μητρόπολη, απέδωσαν τον αγιογραφικό διάκοσμο, όχι μόνο της Παλαιάς εκκλησίας των Στεφάνων αλλά και των άλλων τριγύρω βραχοκκλησιών κατά την χρονική αυτή περίοδο, σε προγράμματα συροπαλαιστινιακής παράδοσης. Ο Νέος Ναός: περιγραφή των αγιογραφιών και της τεχνοτροπίας. Βλέποντας περιμετρικά με μια πρώτη ματιά το εσωτερικό του Νέου Ναού, ταυτίζουμε αμέσως το περίτεχνο και φιλόδοξο εικονογραφικό πρόγραμμα με την αρχιτεκτονική σύλληψη του καθολικού. Η ποιότητα του διάκοσμου φαίνεται και από τα υλικά που επιλέχθηκαν. Φύλλα χρυσού και ασημιού χρησιμοποιήθηκαν στα φωτοστέφανα του Ιησού και της Παναγίας. Εντυπωσιάζει ακόμη η χρήση για φόντο ενός σκούρου μπλε χρώματος (σκούρο blue-marine) το οποίο προέρχεται από επεξεργασία του ορυκτού λαζούλιθου [lazulite], και των φωσφορικών αλάτων αργιλίου, μαγνησίου και σιδήρου που περιέχει, το οποίο αγόραζαν από την Ανατολή. Την εποχή εκείνη η αξία του θα ήταν αντίστοιχη του χρυσού, Αυτό το σκούρο μπλε χρώμα σπάνια το συναντάμε σε εικονογραφημένα χειρόγραφα και στην μνημειακή ζωγραφική. Την χρονική αυτή περίοδο και νωρίτερα, τόσο στην Καππαδοκία όσο και στα Παράλια, χρησιμοποιούσαν τον φθηνότερο αζουρίτη σε μαύρο φόντο για να αποδώσουν μπλε απόχρωση, όπως αυτό φαίνεται στον Παλαιό Ναό. Ο βασικός διάκοσμος απαρτίζεται κυρίως από τον χριστολογικό κύκλο, ο οποίος ξεκινάει από τον θολοκαμαρωτό βόρειο θάλαμο με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου που είδαμε προηγουμένως. Πάνω από την αρχή της αψίδας της Πρόθεσης, βρίσκονται τρεις σκηνές σε χρονολογική σειρά από τα δεξιά προς τα αριστερά. Το ύδωρ της ελέγξεως από τα απόκρυφα κείμενα και ο Ασπασμός βρίσκονται εκατέρωθεν των μορφών της Παναγίας και του Ιωσήφ. Ο κύκλος συνεχίζεται με το Όνειρο του Ιωσήφ και το Ταξίδι στην Βηθλεέμ που εικονογραφήθηκαν στο βόρειο τύμπανο. Στη δυτική πλευρά του θόλου έχουμε μία μεγάλου μεγέθους Γέννηση. Κάτωθεν η προσκύνηση των Μάγων. Η αφήγηση συνεχίζεται στην ζώνη της μαρκίζας. Ξεκινάει στην ανατολική όψη της αντηρίδας που χωρίζει τον Νέο από τον Παλαιό Ναό και συνεχίζει από τα αριστερά προς τα δεξιά σε ολόκληρο το καθολικό καταλήγοντας στην άλλη άκρη της εισόδου στον Παλαιό Ναό. Κάτω από τις εικόνες με τους Μάγους έχουμε επιπλέον σκηνές από την νηπιακή ηλικία του Χριστού: την Φυγή στην Αίγυπτο, την Υπαπαντή. Στον βόρειο τοίχο η αφήγηση συνεχίζει με τη σκηνή της Βάπτισης και λίγο πριν το τέλος η κλήση των Αποστόλων στο τέλος του τοίχου ο Χριστός στον Γάμο στην Κανά. Οι σκηνές αυτές διαδέχονται η μία την άλλη ώστε να χωρέσουν στο στενό διάστημα ανάμεσα στην αψίδα και τον βόρειο τοίχο. Όλα τα διαστήματα των παραπετασμάτων φιλοξενούν τα Θαύματα του Χριστού. Στον τοίχο ανάμεσα στο Βήμα και το Διακονικό βρίσκουμε την Μεταμόρφωση, ενώ η σειρά των Θαυμάτων συνεχίζεται στο κέντρο του νότιου τοίχου όπου ολοκληρώνεται με την ίαση του πραλυτικού την Ανάσταση του Λαζάρου κατόπιν δε έχουμε σκηνές από τον κύκλο των Παθών. Ακολουθούν η είσοδος στην Ιερουσαλήμ και ο Μυστικός Δείπνος στην μαρκίζα του νότιου τοίχου. Στην κεντρική αψίδα, στη κόγχη του Ιερού, παρουσιάζεται μοναδικού κάλλους σκηνή, η τελευταία πράξη των Παθών, η Σταύρωση. Σε καμιά λαξεμένη εκκλησία στην Καππαδοκία αλλά και δυτικότερα στα Παράλια, δεν συναντάμε την κεντρική αψίδα και την κόγχη του Ιερού, να κοσμούνται με τη Σταύρωση. Ο εικονογραφικός πλούτος αυτής της σκηνής στο Νέο Ναό, αποτελεί μία από τις πλουσιότερες απεικονίσεις της Σταύρωσης που συναντάμε σε βυζαντινό μνημείο. Μου προκάλεσε εντύπωση ότι παρά την κυρτή λαξεμένη επιφάνεια της κόγχης, οι κεραίες του σταυρού αποτελούν μία ευθεία. Η αποκορύφωση του εικονογραφικού κύκλου εντοπίζεται στη κεντρική θολολαξεμένη καμάρα του καθολικού. Πρόκειται για την Ανάληψη του Χριστού, ο οποίος εμφανίζεται στην κορυφή του θόλου, περιμετρικά δε τέσσερις αγγέλους να τον περιβάλλουν. Βλέπουμε επίσης μία εικόνα του Χριστού να ευλογεί τους Αποστόλους πριν την αναχώρησή Του. Άλλες σκηνές μετά τα Πάθη κύκλου εμφανίζονται στον καμαρωτό θόλο του νότιου κλίτους του καθολικού. Εκτός του χριστολογικού κύκλου, στον Νέο Ναό εμφανίζονται και πολλές απομονωμένες εικόνες Αγίων και Προφητών καθώς και σκηνές από Βίους Αγίων . [¨Αγος Βασίλειος] Στην κόγχη της αψίδας της Πρόθεσης εμφανίζεται ο Χριστός ένθρονος, περιστοιχισμένος από τους Αρχαγγέλους. Εντυπωσιακή είναι η εικόνα της Παναγίας της Ελεούσας ανάμεσα στις αψίδες της Πρόθεσης και του Ιερού. Η εικόνα αποτελεί την τέλεια ποιότητα εικόνας ολόκληρου του Ναού. Η τοιχογραφία αυτή είναι η πρώτη που βλέπεις μπαίνοντας στο καθολικό. Από τις σωζόμενες αγιογραφίες προκύπτει το συμπέρασμα ότι το εικονογραφικό πρόγραμμα του Νέου Ναού, είναι από τα σπουδαιότερα της μεσοβυζαντινής περιόδου καθώς και ότι ο ζωγράφος-καλλιτέχνης που το εκπόνησε θα πρέπει να ήταν υψηλού επιπέδου και εξειδίκευσης. Βλέπουμε καθαρά ότι το συνολικό εικονογραφικό πρόγραμμα του Νέου Ναού απαρτίζεται όχι μόνο από σειριακές αφηγηματικές σκηνές (π.χ. Γέννηση, Πάθη κλπ.), αλλά και από μεγάλες ανεξάρτητες παραστάσεις (π.χ. Σταύρωση, Ανάληψη κλπ.)/ Μία σύγκριση της εικονογράφησης μεταξύ του Παλαιού και του Νέου Ναού δείχνει τη διαφορά στην τεχνοτροπία των μορφών. Στο Νέο Ναό η μορφολογία και η σύνθεση είναι πιο ζωντανή από τις εικόνες του Παλαιού Ναού και παρατηρούμε σαφέστατα τις διαφορετικές αισθητικές ανησυχίες των καλλιτεχνών του Παλαιού και του Νέου Ναού. Η συνέπεια, το στυλ και η συνοχή των εικόνων του προγράμματος του Νέου Ναού αποδεικνύει ότι αποτελούν μία ενιαία και αναπόσπαστη φάση διακόσμησης. Είναι βέβαιο ότι ο χρόνος που απαιτήθηκε για ένα τέτοιο μνημειώδες έργο μέσα στο βράχο θα πρέπει να ήταν μεγάλος. Βλέποντας όμως το έργο συνολικά, βεβαιώνεσαι ότι ο μεγαλύτερος εικονογραφικός κύκλος του Νέου Ναού, φαίνεται να έχει δημιουργηθεί σε μία φάση και από έναν καλλιτέχνη. Παρατηρώντας τον αγιογραφικό διάκοσμο της λαξεμένης εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων στο Çavuşin, 4 χιλιόμετρα βορειότερα του Ναού των Στεφάνων, η οποία λαξεύτηκε αμέσως μετά τη νίκη του Νικηφόρου Φωκά επί των Αράβων στα 963, βλέπουμε την στενή σχέση και εξάρτησή της από την εκκλησία των Στεφάνων. Η χριστολογική αφήγηση των δύο Ναών παρουσιάζει πολλές ομοιότητες. Η σχέση φαίνεται σε όλα σχεδόν τα εικονογραφικά στοιχεία. Το σύμπλεγμα της Ανάληψης και της Ευλογίας των Αποστόλων του κεντρικού θόλου του Νέου Ναού, αποτελεί και το κεντρικό θέμα του προγράμματος του καθολικού του Cavuşin. Η απεικόνιση στην εκκλησία του Cavuşin που ήταν μάλλον αφιερωμένη στους Δώδεκα Αποστόλους, [πολλοί ερευνητές την ονομάζουν Τιμίου Προδρόμου], δεν διαθέτει την αισθητική γλύκα της εκκλησίας των Στεφάνων, η οποία από ότι φαίνεται ήταν η Εκκλησία πρότυπο. Η ανωτερότητα και το προβάδισμα της εκκλησίας των Στεφάνων φαίνεται στα χρώματα, στα φύλλα χρυσού, στο βαθύ μπλε και το βαθύ κόκκινο, που δεν τα βλέπουμε στην εκκλησία στο Cavuşin. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι η εκκλησία των Στεφάνων, ένα έργο υψηλής βυζαντινής τέχνης και ποιότητας, σπάνια θα προέκυπτε από ένα χαμηλότερης. Έτσι μπορούμε με μεγάλη ασφάλεια να τη χρονολογήσουμε πριν το 963. Η αρχιτεκτονική της Tokali kilise αποτέλεσε πρότυπο για μεταγενέστερους και σύγχρονους ναούς, σαν ενιαίο δε σύνολο από κοινού με τον εικονογραφικό διάκοσμο, είναι μία από τις σπουδαιότερες πηγές έρευνας των ιστορικών της τέχνης κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο.

GOREME Ο ΝΑΟΣ ΤΩΝ ΣΤΕΦΑΝΩΝ (TOKALI KILISE)



Μερσίνα Σεπτέμβριος 1924. Οι Ρωμιοί της Χριστιανικής Ανατολής, εκπατρισμένοι. «Αλάϊ-Μαλάϊ»


Η ΔΙΚΙΑ ΜΑΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ

Στα πολύ παλιά χρόνια από την εποχή των Σταυροφόρων οι Άραβες αλλά και οι Τούρκοι την καλούσαν Ρούμ-Ελί, δηλαδή χώρα των Ρωμιών. Εμείς μιλούσαμε την ελληνική γλώσσα λίγο παρεφθαρμένα και ιδιόρρυθμα, χρησιμοποιώντας αρχαίες ελληνικές λέξεις, αλλά έτσι τα μάθαμε και μιλούσαμε παντού, στο σπίτι, στο σχολείο, στα παιχνίδια. Φυλάξαμε πεισματικά τη γλώσσα, την ορθόδοξη πίστη μας, τις λαϊκές παραδόσεις το εθνικό μας φρόνημα. Αλλά και οι πατριώτες στα τουρκόφωνα χωριά ήταν και αυτοί Χριστιανοί. Στην καρδιά και στη σκέψη, παντού γραμμένο «Κύριε βοήθη τον δούλο σου». Δεν απαρνηθήκαμε και δεν αποκηρύξαμε ποτέ την εθνική μας ταυτότητα, εμμέναμε στις ελληνικές πατρογονικές παραδόσεις δεν υποκύψαμε στον εκτουρκισμό. Ο Θεός και η Εκκλησία διαφύλαξαν εμάς και τους παππούδες μας αιώνες πρότερα. Τα καταφέραμε τόσες γενεές, αιώνες πριν, να τηρούμε ως «Έλληνες» τον κοινό νόμο της Ορθοδοξίας, της αγάπης και της φιλοξενίας. Στα χρόνια της «ανταλλαγής», εδώ στην Ελλάδα, αντί να μας «φιλοξενήσουν», ως εθνικά αυτάδελφους, ως ομόφυλους, εμάς τους απομονωμένους στην ενδοχώρα και στα βάθη, στα υψίπεδα της Ανατολής, εμάς που διδαχθήκαμε στα σχολειά μας την ίδια κοινή ιστορία, μας παραπέταξαν. Από τότε πέρασε κοντά ένας αιώνας και μόλις προ μικρού τους αναγνώρισαν. Μόλις προ-ολίγου αναγνώρισαν τη «συμβολή-συνεισφορά» στο χτίσιμο και στον επαναπροσδιορισμό του νεότερου ελληνισμού.

ΜΝΗΜΕΣ ΡΩΜΙΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ

Εκεί, στην Καππαδοκία, τη Χριστιανική Ανατολή, εκεί κατανοείς βαθειά την έννοια της ευσέβειας και ευλάβειας, βλέποντας τις απείρου ομορφιάς αγιογραφίες-νωπογραφίες στις εκκλησιές μας, στα πετρομονάστηρά μας. Στο άκρο του χριστιανικού έθνους, όχι μόνο με την έννοια της γενέτειρας των προγόνων μου χώρας, αλλά και ως της χώρας όπου το «πρώτον» καλλιεργήθηκε η Ρωμιορθόδοξη Σκέψη. Βηματίζεις στην Καππαδοκία, στα χωριά και στις πόλεις μας, όπου ζούσαν ελληνικοί χριστιανικοί πληθυσμοί, βλέπεις το όριο του Ελληνισμού, βλέπεις το κάλλος και τον πλούτο της φυλής μας, της γενεάς μας. Αν κάνουμε μία γρήγορη αναδρομή στην ιστορία της Ελλάδος στα τελευταία 2.500 χρόνια, οι περισσότεροι θα συμφωνήσουμε ότι μετά την πτώση της Βασιλεύουσας, η πλέον μελανή σελίδα είναι αυτή της Μικρασιατικής Καταστροφής. Αποτέλεσμα αυτής ο εκπατρισμός του ελληνικού κόσμου, των Ρωμιών της Μικρασίας, από τις πατρογονικές του εστίες. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο μισός πληθυσμός της αντίπερα του Αιγαίου χώρας, ήταν ελληνικός. Είχε βαθειά καταχωρισμένα όλα τα βασικά καθοριστικά και χαρακτηριστικά στοιχεία, όπως γλώσσα, ήθη, έθιμα και παραδόσεις, τα οποία βίωσε και δέχθηκε από γενεάς εις γενεά. Είχε εθνική-ελληνική συνείδηση. Και όμως πολλοί λίγοι Ελλαδίτες το γνώριζαν. Στα χρόνια της προσφυγιάς τους βάφτισαν «πρόσφυνγκες» και «τουρκόσπορους-τουρκομερίτες», έτσι τους υποδέχθηκαν. Έτσι άρχισε ο αγώνας για επιβίωση, ο αγώνας για ένταξη-ενσωμάτωση, ο αγώνας συναρμογής. Ο πρώτος χρόνος δεν παλεύονταν, θεριό ανήμερο, ανίκητο. Αριθμητής: ένας δρόμος δύσκολος, η περιπλάνηση, η ζητιανιά, οι κακουχίες, η πείνα, η δίψα. Παρονομαστής: η άρνηση, η αμφισβήτηση, η κοινωνική απομόνωση-απαγόρευση. Πολλοί ιστορικοί και ερευνητές, μελέτησαν διεξοδικά και κατέγραψαν πληρέστατα πάντα όσα είχαν σχέση, με την ιστορική διαδρομή, την κοινωνική, οικονομική, θρησκευτική και πολιτιστική πλευρά του θέματος, την ένταξη και αφομοίωση, την καθαρότητα των τουρκόφωνων Ρωμιορθόδοξων, τα ήθη και έθιμα, τις λαϊκές παραδόσεις τον τρόπο ζωής κλπ σε δεκάδες ιστορικές αναλύσεις-μελέτες. Όμως το ουσιώδες μέρος περικλείεται στη φράση: «Nufus mübadelesi eşit göç anlasmasi. Μübadil eşit göçmen, göçen insanlar». Ανταλλαγή πληθυσμών σημαίνει συνομολογούμενη προσφυγιά. Ανταλλαγή πληθυσμών σημαίνει πρόσφυγιά-εκπατρισμό. Κύριο γνώρισμα σε όλες τις διασπαρμένες προσφυγικές ομάδες η συνοχή, η ελκτική αυτή δύναμη που στερέωνε αλλήλους, η αλληλεξάρτηση, η φιλαλλία, ο κοινός σκοπός. Γράφω σήμερα και ακούω καθαρά το χθες, ακούω τον ελληνόφωνο Καππαδόκη [Συλατενό] μπάρμπα Λάζαρο [αδελφό της γιαγιάς μου της Βαρβάρας]: «……… για διέ η γενεά μας πάλευε αδιάλειπτα. Εκεί στην Πατρίδα με τον τούρκικο εθνικισμό, εδώ στην παλιά-Ελλάδα με τον ελλαδικό ……. » Γράφω σήμερα και ξαναζωντανεύει το χθες. Στα πολύ παλιά χρόνια από την εποχή των Σταυροφόρων οι Άραβες αλλά και οι Τούρκοι την καλούσαν Ρούμ-Ελί, δηλαδή χώρα των Ρωμιών. Εμείς μιλούσαμε την ελληνική γλώσσα λίγο παρεφθαρμένα και ιδιόρρυθμα, χρησιμοποιώντας αρχαίες ελληνικές λέξεις, αλλά έτσι τα μάθαμε και μιλούσαμε παντού, στο σπίτι, στο σχολείο, στα παιχνίδια. Φυλάξαμε πεισματικά τη γλώσσα, την ορθόδοξη πίστη μας, τις λαϊκές παραδόσεις το εθνικό μας φρόνημα. Αλλά και οι πατριώτες στα τουρκόφωνα χωριά ήταν και αυτοί Χριστιανοί. Στην καρδιά και στη σκέψη, παντού γραμμένο «Κύριε βοήθη τον δούλο σου». Δεν απαρνηθήκαμε και δεν αποκηρύξαμε ποτέ την εθνική μας ταυτότητα, εμμέναμε στις ελληνικές πατρογονικές παραδόσεις δεν υποκύψαμε στον εκτουρκισμό. Ο Θεός και η Εκκλησία διαφύλαξαν εμάς και τους παππούδες μας αιώνες πρότερα. Τα καταφέραμε τόσες γενεές, αιώνες πριν, να τηρούμε ως «Έλληνες» τον κοινό νόμο της Ορθοδοξίας, της αγάπης και της φιλοξενίας. Στα χρόνια της «ανταλλαγής», εδώ στην Ελλάδα, αντί να μας «φιλοξενήσουν», ως εθνικά αυτάδελφους, ως ομόφυλους, εμάς τους απομονωμένους στην ενδοχώρα και στα βάθη, στα υψίπεδα της Ανατολής, εμάς που διδαχθήκαμε στα σχολειά μας την ίδια κοινή ιστορία, μας παραπέταξαν. Από τότε πέρασε κοντά ένας αιώνας και μόλις προ μικρού τους αναγνώρισαν. Μόλις προ-ολίγου αναγνώρισαν τη «συμβολή-συνεισφορά» στο χτίσιμο και στον επαναπροσδιορισμό του νεότερου ελληνισμού. Μέχρι και σήμερα στην Καππαδοκία πλανιέται η Ρωμιοσύνη. Είναι εκεί, σε κάθε βήμα, σε κάθε ματιά, σε κάθε χωριό. Από τότε αλλά και μέχρι και σήμερα οι Τούρκοι διηγούνται ιστορίες των παππούδων τους για τους Ρωμιούς. Σαν έφυγαν οι Ρωμιοί, ερήμωσε ο τόπος, Τα επόμενα είκοσι πέντε (25) χρόνια, ήταν χρόνια μαύρα, χρόνια πείνας και δυστυχίας. Κρυώναμε και πεινάγαμε. Η Συνθήκη της Λοζάνης έκανε ένα καλό στην Ελλάδα και ένα κακό για την Τουρκία. Έφυγαν οι Ρωμιοί και εμείς πεινάσαμε. Έφυγαν οι Ρωμιοί, πήγαν στην Ελλάδα και την έσωσαν και τώρα καμαρώνει στην Ευρώπη». Θέλω να σημειώσω ότι μέχρι και την προηγούμενη εικοσαετία αρκετοί γερο-Τούρκοι στην Καππαδοκία μίλαγαν ακόμα ελληνικά. Πολλοί απόγονοι ανταλλαξίμων Καππαδοκών προσφύγων, δεύτερης και τρίτης γενιάς, που ταξίδεψαν πίσω στις προγονικές εστίες, το είπαν «ταξίδι ζωής. Από τον ευλογημένο αυτόν τόπο κατάγονταν οι γονείς μου Άνθρωποι «εν αρετή» και ευσεβείς. Στο σπίτι του Κωστή Μελετιάδη στη Σινασό, Ζωγραφιά-εγκαλλώπισμα περισσής τέχνης η οροφή. Κυκλικά στην περιφέρεια διαβάζουμε: «ΠΑΡΟΙΚΟΙ ΚΑΙ ΔΙΑΒΑΤΑΙ ΕΣΜΕΝ ΠΑΝΤΕΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ, ΤΗΣ ΞΕΝΙΑΣ Δ’ΕΥΧΑΡΙΣΤΩΣ ΤΟΝ ΚΟΙΝΟΝ ΝΟΜΟΝ ΠΛΗΡΟΥΜΕΝ» Με αυτά τα στοιχεία συναντήθηκα πριν από μισό αιώνα, σαν πρωτάκουσα, παιδί τότε, τα πρώτα δύο ακούσματα: «Τόξασι ο Τεός» και αμέσως μετά «Αλλάχ σουκούρ». Μετά ήρθαν τα πρώτα σχολικά χρόνια, τα πρώτα βήματα στη μάθηση, τα πρώτα μικρά ερωτήματα. Τα καλοκαίρια, ήταν τότε που στους μαχαλάδες και στις γειτονιές, τσούρμο τα παιδιά παίζαμε τόπι. Νύχτωνε, εμείς εκεί, μούσκεμα στον ιδρώτα, με τα παπούτσια ξεχαρβαλωμένα παίζουμε ακόμα. Το τόπι κατέληξε ανάμεσα στα πόδια του Μποτός-αγά, καθόταν στο μόνιμο στέκι του, στο πέτρινο σκαλί μπροστά στην αυλή του σπιτιού. Το σπίτι μας τριάντα μέτρα παραπέρα. Κοιτάζω τα παπούτσια μου, χάλια αδιόρθωτα. Βαγγέλη γιαβρούμ γκέλ, μπεν γιαπάριμ….. Τα παπούτσια στο γόνατο, τάκ-τάκ το σφυράκι, τα προκάκια στο στόμα, εγώ δίπλα του, τον χαζεύω ….. Μποτός-αγά, στην πατρίδα παίζατε τόπι στους μαχαλάδες ……………… έβγαλε βαθύ αναστεναγμό και άρχισε να διηγείται………. Θυμάμαι τους ξεχασμένους γερο-πρόσφυγες [Unutulan Büyük Göç] που αντί για παραμύθια και βασιλόπουλα, μας διηγούνταν τη ζωή στην Πατρίδα, αλλά και τα τσουβάλια βάσανά που φορτώθηκαν…………. -- Ευχαριστώ τον πατέρα μου και δάσκαλό μου Θεοφάνη Σταματιάδη του Λαζάρου, υπηρετήσαντα το ψαλτήρι επί 70 συνεχή έτη, χωρίς καμία χρηματική ή άλλη αντιπαροχή. Άριστο χειριστή της ελληνικής γλώσσας. Μαθητή του Ιάκωβου Ναυπλιώτη και γλυκύτατο ψάλτη. --Ευχαριστώ την πολυβασανισμένη μητέρα μου, το «Σωφρονάκι μας», και «ακούω» τα λόγια της: «Σ’αυτόν τον κόσμο μία ελεημοσύνη και ένα χαμόγελο μένουν. Του κόσμου όλα τα καλά σ’αυτόν τον κόσμο μένουν». [ Dünyan'in mali Dünyanda kalir]

ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΤΟΥ ΕΚΠΑΤΡΙΣΜΟΥ

ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΤΟΥ ΕΚΠΑΤΡΙΣΜΟΥ Τα κατωτέρω, αποτελούν μαρτυρική κατάθεση του προπάππου μου ata-dede Θεοφάνη [1857-1934] στον εγγονό του και πατέρα μου [Babacim] Θεοφάνη, δεκατετράχρονο παιδί τότε, ο οποίος κατέγραψε και κράτησε κάποιες σημειώσεις σχετικά με την αφήγηση-κατάθεση του εκπατρισμού, τις οποίες σου παραθέτω: «Ο πατέρας σου ο Λάζαρος, μου έστελνε στο χωριό τακτικά, διάφορα έντυπα αλλά και εφημερίδες της Πόλης [Ανατολή και Νεολόγο], από τις οποίες μαθαίναμε τα «χαπάρια του κόσμου». Χρόνια πολέμων ήταν τα τελευταία είκοσι (20) χρόνια. Όλο το Μπαλκάν-Γιαριμαντασί [βαλκtανική χερσόνησος], αναστατωμένο. Μετά τον χαμένο πόλεμο της Σμύρνης, το χωριό μας βουβό, αμίλητο, φοβισμένο. Και τι δεν άκουγες και τι δεν έβλεπες. Ρωμιούς βασανισμένους να πορεύονται εξόριστοι. Έβλεπες τα καραβάνια, έβλεπες τη γενεά μας ρακένδυτη, να σέρνει τα πόδια, άκουγες τα κλάματά τους, πονούσε η ψυχή σου. Ήταν ο μήνας Μάρτιος του 1924, όταν ήρθε στο χωριό το «ταλιμάτι» [talimat= διαταγή] από τη Νεάπολη, το έστειλε ο Καϊμακάμης στη δημογεροντία. Το είδα με τα μάτια μου. Όλα όσα άκουγα [έρχεται ανταλλαγή mübadele geliyor] τον τελευταίο χρόνο, τα είδα γραμμένα σε επίσημο κρατικό τούρκικο χαρτί. Και τι έγραφαν μεταξύ άλλων: ότι όσοι δεν εμφανιστούν αυτοπροσώπως στην καταγραφή και στην απογραφή των περιουσιών τους, αυτές δημεύονται. Γνώριζαν καλά ότι πολλοί Ρωμιοί οικογενειακά ζούσαν στην Πόλη. Το χαρτί γραμμένο στα τούρκικα, το διάβασε ο παπά-Βασίλης στην εκκλησία, αλλά δεν πρόλαβε να το τελειώσει. Κραυγές πόνου παντού, μέσα και έξω από το Ναό, όλο το χωριό ήταν βλέπεις εκεί. Όλοι οι χωριανοί, μα όλοι οι χωριανοί αγκαλιασμένοι κλαίνε. «Δεν ήταν διές κι’εύκολο να αφήσουμε τα κόκαλα των παππούδων μας, τις εκκλησιές μας, τα σχολειά μας, τα κτήματα και τα σπίτια μας εκεί». Ήταν όμως και η αγάπη για την Ελλάδα γραμμένη μέσα μας, βαθειά στην καρδιά μας. Έτσι μεγαλώσαμε, έτσι μαθαίναμε τα παιδιά μας. Ελλάδα λέγαμε και κλαίγαμε από χαρά. Ήταν πια οριστικό και βέβαιο, ότι θα φεύγαμε. Η γιαγιά-Φώτα έκλαιγε και παρακαλούσε κάθε μέρα δεν σταματούσε το κλάμα και τα μοιρολόγια σαν να είχαμε «σεραντάμερνα». «Αμά το Θεγό, τα δώδεκα Αποστόλ και ούλα τα Αγίους περικάλνε τα ετά» [Το Θεό τους δώδεκα Αποστόλους και όλους τους Αγίους, αυτούς παρακαλούσε]. «Παναΐά σύφτα γλύτω μας» [Παναγία έλα γρήγορα και γλύτωσέ μας] Σαν ξάπλωνα το βράδυ που να κοιμηθώ, όλο και ρωτούσα και απάντηση δεν έπαιρνα : Τι αμαρτίες κάναμε;;;;; ποιον αδικήσαμε;;;;; γιατί Θεέ μου μας εξορίζεις σαν τους Ιουδαίους…... Οι νέοι του χωριού ανυπόμονοι, περίμεναν τη μέρα της «Ελλάδας» από το χειμώνα. Τραγουδούσαν, χόρευαν, έκαναν όνειρα. «Να (θα) έρτουν μέρες λευτεριάς» φώναζαν. Τις επόμενες εβδομάδες, ορίστηκε η επιτροπή του χωριού που θα βοηθούσε να γραφτούν οι περιουσίες των χωριανών. Πρόεδρος ο θείος Γιακείμης, γραμματέας ο Παπα-Γιάννης, ο Δημήτρης ο Καράκηζ, ο Σωτήρης Μαυροβασιλειάδης και ο Λάζαρος Εξαρχίδης. Πρώτη τους δουλειά: πλήρωσαν μαραγκό από τη Νεάπολη για να ετοιμάσει ξύλινα μεγάλα κουτιά, εκεί θα βάζαμε τα Ιερά και πολύτιμα σκεύη της Εκκλησίας. Ήταν πια Απρίλιος του 1924, όμορφες μέρες ξημέρωνε ο Θεός, χρόνια είχαμε να τις δούμε. Χαρά Θεού ήταν. Αρκετοί χωριανοί από την Πόλη «ήρτανε», στα σπίτια τους. Με τους Τούρκους ζούσαμε αγαπημένα. Ήταν καλοκάγαθοι. Αυτοί δούλευαν τα κτήματά μας και φρόντιζαν τα ζώα μας και τι ζητούσαν;;; ένα πιάτο φαΐ. Το Πάσχα περίμεναν το κουλούρι και το κόκκινο αυγό τους και τους το δίναμε χαλάλι, με την καρδιά μας [helal olsun]. Στον Τούρκο αν δώσεις δυο φέτες παστιρμά και μια «πούκα» [μπουκιά] ψωμί δεν το ξεχνά ποτέ, όσα χρόνια και αν περάσουν θα το λέει σαν παραμύθι στα εγγόνια του. Στα τέλη του Ιουλίου έφθασαν στο χωριό οι πρώτοι Τούρκοι ανταλλάξιμοι από την Κοζάνη [Kozanali]. Ταλαίπωροι, νηστικοί άρρωστοι, «βερέμηδες» και όμως, εμείς είμασταν αυτοί που τους ταΐσαμε και τους ποτίσαμε. Πολλοί ήξεραν και μιλούσαν ελληνικά. Οι ντόπιοι Τούρκοι δεν τους ήθελαν, μιλούσαν με άσχημα λόγια, τους έδιωχναν. Πολλοί Συλατενοί πουλούσαν τρόφιμα που περίσσευαν και μικροπράγματα στους νεοφερμένους Τούρκους. Στο σπίτι μας μπήκαν οι Τούρκοι μια δυο μέρες σαν μπήκε ο Αύγουστος, εμείς έξω, από δω κι από κει. Εγώ το βράδυ σαν «μπεκτσής» φυλούσα τα «ντέγκια» [τα συσκευασμένα κουτιά], περιμένοντας την «κομισιόν» την «επιτροπή» από τη Νίγδη, η οποία ήρθε δέκα μέρες περίπου πριν ξεκινήσουμε. Είδε το χαρτί που μας μοίρασαν συμπληρωμένο, είδε τα «ταπού» και τα «χοτζέτια», [τίτλοι], του σπιτιού, του καζίν, του φούρνου ……., τα έγραψαν σε νέα κατάσταση, και αυτό ήταν. Μετά, φορτώσανε σε καμήλες και σε μεγάλα αραμπάδια όλο μας το «μπερεκέτι» και το πήγαν συνοδεία στο Ουλούκισλα στο τρένο. Έγραψα στο χαρτί: «Τούτη είναι χώρα Ρωμιών, χώρα των Ρωμιών Συλατενών», το έβαλα σε γυάλινο μπουκάλι και το έθαψα βαθειά, αλέτρι να μην το φθάνει. Ήταν Κυριακή η τελευταία μέρα. Πρωί-πρωί χαράματα ήρθαν από τη Νεάπολη Τούρκοι αραμπατζήδες, όλοι οι Συλατενοί πριν ξεκινήσουμε κοινωνήσαμε στο Ναό. Οι Τούρκοι όλοι μαζεμένοι, κλαίνε ομαδικά, μας αγκαλιάζουν, μας φιλούν και στα δύο χέρια. «Ο Θεός να σας ανταποδώσει τις καλοσύνες που μας κάνατε διπλά». Τι θα γίνουμε χωρίς εσάς, ποιο το χάλι μας, θα πεινάσουμε!!!. Ο γιασλί-Αλή, χίλιες φορές το είπε τρέχοντας σαν τρελός ξοπίσω: «Helal edin» [Κάντε χαλάλι όσα μας δώκατε]. Ξεκινήσαμε, τα βήματά μας στον ίδιο δρόμο της ξενιτιάς που βημάτιζαν τα παιδιά μας για την Πόλη, σε λίγο, λίγο πριν το μεσημέρι φάνηκε η Μαλακοπή. Ανάστα όλος ο Κύριος. Όλη η Μαλακοπή στο πόδι, ετοιμάζονταν κι αυτοί για το ταξίδι. Σταματήσαμε λίγο να ξεκουραστούν τα ζώα. Πριν το απόγευμα περνούμε από το Γκιολτζούκ [Λίμνα], το χωριό έρημο και μόνο, ούτε ψυχή και αργά το απόγευμα φθάσαμε στο Ανταβάλ. Πολλοί έδωκαν παράδες και κοιμήθηκαν στα χάνια. Πρωί-πρωί ξεκινήσαμε και λίγο πριν το βράδυ φθάσαμε στο σταθμό του τρένου στο Ουλούκισλα. Τρεις μέρες αναμονή, Εν τέλει το απόγευμα της τρίτης μέρας το τρένο ξεκίνησε και μετά από δυο μέρες φθάσαμε στη Μερσίνα. Δίπλα στη θάλασσα ντουνιάς «αλάϊ-μαλάϊ». Οι Ρωμιοί της Χριστιανικής Ανατολής, εκπατρισμένοι, αναμένουν ……. Τα βάσανα μόλις είχαν αρχίσει. «Neler geldi bu garip basima, daha da neler gelecek» [Και τι δεν ήρθε σ’αυτό το έρημο κεφάλι μου και ακόμα τι θα έρθει…] Σε σας, στη νέα γενεά θα ξημερώσουν καλλίτερες μέρες, να είσαι πάντα με την ελπίδα φίλος.