Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013

Οι Καππαδόκες

Οι Καππαδόκες Η ιστορία της Καππαδοκίας ανάγεται στη νεολιθική εποχή γεγονός που αποδεικνύεται από μία τοιχογραφία του 6.200 πΧ η οποία θεωρείται η αρχαιότερη του κόσμου και απεικονίζει, μπροστά, τα σπίτια της περιοχής Τσατάλχογιούκ και πίσω το ηφαίστειο του Χασάνταγι να βγάζει λάβα και καπνούς. Κατά την 5η και 4η χιλιετία πΧ στην περιοχή υπήρχαν πολλά μικρά βασίλεια ενώ το 2.300 πΧ 17 βασιλείς της περιοχής ένωσαν τις δυνάμεις τους ενάντια στον βασιλιά των Ασσυρίων Ναρμασιν. Όντας λίκνο ενός από τους μεγαλύτερους πολιτισμούς της αρχαιότητας , του πολιτισμού των Χετταίων, οι οποίοι άρχισαν να εγκαθίστανται εκεί στις αρχές του 2.000 πΧ, η περιοχή της Καππαδοκίας φέρει ακόμη ανάγλυφα τα ίχνη του σε επιγραφές που βρέθηκαν. Μετά την κατάρρευση των Χετταίων η Καππαδοκία πέρασε διαδοχικά στα χέρια των Φρύγων, των Λυδίων, των Περσών, των Μακεδόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, της δυναστεία των Αριαραθών και των Ρωμαίων. Το 17 μΧ έγινε ρωμαϊκή επαρχία και ολοκληρώθηκε ο εξελληνισμός της περιοχής που είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα. Στα πρώτα χρόνια πρωτεύουσα της Καππαδοκίας έγινε η Καισάρεια, που παλαιότερα ονομαζόταν Μάζακα, αργότερα Ευσέβεια και σήμερα Κάισερι. Η Καισάρεια έγινε μία από τις σπουδαιότερες εκκλησίες και μητροπόλεις του Χριστιανισμού κατά τον 3ο και 4ο αιώνα. Οι μεγάλοι πατέρες της εκκλησίας, ο επίσκοπος Καισαρείας Φιρμιλιανός, ο επίσκοπος Νεοκαισάρειας Γρηγόριος ο Θαυματουργός, ο Λεόντιος και ο Ευσέβειος Καισαρείας, ο Βασίλειος ο Μέγας , ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός και ο Γρηγόριος ο Νύσσης δόξασαν την Καππαδοκία. Τον 4ο αιώνα οι χριστιανοί δημιούργησαν είτε μέσα σε φυσικές σπηλιές είτε λαξεύοντας τα βράχια χιλιάδες εκκλησίες και ολόκληρα μοναστηριακά συγκροτήματα. Στην εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου η Καππαδοκία μαζί με τον Πόντο έγινε ξεχωριστό κράτος με βασιλιά τον ανιψιό του Αννιβαλιανό. Μετά το θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου ο Αννιβαλιανός φονεύτηκε και η Καππαδοκία έγινε επαρχία του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους. Η περιοχή δέχτηκε επιδρομές των Περσών του κράτους των Σασσανιδών, από τους Γότθους που κατέβαιναν από τον Πόντο και αργότερα από τους Ισαύρους . Τον 7ο αιώνα η Καππαδοκία υπέκυψε στην επιδρομή των Περσών ενώ στη συνέχεια και μέχρι τον 11ο αιώνα δέχτηκε παροδικές αλλά καταστρεπτικές επιδρομές των Αράβων. Οι συνεχείς επιδρομές που δεχόταν η περιοχή ανάγκασε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, στην οποία ανήκε, να λάβει μέτρα χτίζοντας αναρίθμητα τείχη, και εφαρμόζοντας ένα μοναδικό σύστημα μυστικής επικοινωνίας. Χάρη στο σύστημα αυτό που βασιζόταν σε φωτεινά σήματα και λειτουργούσε σαν είδος τηλεγράφου οι κάτοικοι της περιοχής μπορούσαν μέσα σε μία ώρα να διαβιβάσουν στην Κωνσταντινούπολη το μήνυμα ότι πλησιάζουν εχθροί. Στην ύστατη προσπάθεια σωτηρίας από τους επιδρομής οι άνθρωποι κατέφευγαν σε υπόγειες πόλεις. Να σημειωθεί ότι ο βυζαντινός στρατηγός Νικηφόρος Φωκάς και μετέπειτα αυτοκράτορας είχε γεννηθεί στην Καππαδοκία. Μάλιστα με αφορμή την επίσκεψή του στην Καππαδοκία οικοδομήθηκε η εκκλησία Buyuk Guvercύnlύk (Μεγάλου Περιστερώνα) του Τσαβουσίν. Στα τέλη του 11ου αιώνα οι Σελτζούκοι σουλτάνοι της Περσίας υπέταξαν την Καππαδοκία στο κράτος τους. Εκείνα τα χρόνια με τη διαίρεση του μεγάλου περσικού κράτους προέκυψε το Σελτσουκικό κράτος του Ικονίου. Όταν στα τέλη του 13ου αιώνα διαλύθηκε το κράτος των Σελτζούκων οι διάφορες επαρχίες της Καππαδοκίας πέρασαν στα χέρια τοπικών δυναστειών ενώ μέρος της υπέκυψε στη δυναστεία του κράτους Καραμάν το οποίο καταλύθηκε από τους Οθωμανούς λίγα χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Έκτοτε η Καππαδοκία παρέμεινε στα χέρια των Οθωμανών και σήμερα ανήκει στην Τουρκία. Από τα πρώτα κιόλας χρόνια του Χριστιανισμού δημιουργήθηκαν στην περιοχή ολόκληρα μοναστηριακά συγκροτήματα στα βράχια που βρίσκονται ανάμεσα στις κοιλάδες Ιχλάρα και Μπελίσιραμα (Περίστρεμμα). Οι πρώτοι χριστιανοί φαίνεται ότι επέλεξαν αυτή τη δύσβατη περιοχή για να προστατευτούν από τους διώκτες τους. Ανάμεσα στον 7ο και 8ο αιώνα μ.Χ λαξεύτηκαν εκκλησίες στα βράχια ανάμεσα στις δύο κοιλάδες και διακοσμήθηκαν με τοιχογραφίες. Την εποχή της εικονομαχίας, μεταξύ του 726 και 843 μ.Χ οι τοιχογραφίες αυτές υπέστησαν μεγάλες καταστροφές με αποτέλεσμα η Καππαδοκία να έχει μείνει μόνο με τις λαξευτές μονές και εκκλησίες. Από τις αρχαιότερες εκκλησίες της περιοχής είναι αυτή του Αγίου Δανιήλ που χρονολογείται στον 6ο αιώνα μ.Χ. Πρόκειται για ένα σταυροειδή ναό που στον κεντρικό του τρούλο απεικονίζεται η Ανάληψη του Ιησού . Στο δυτικό μέρος της εκκλησίας σώζεται τμήμα της απεικόνισης του Αγίου Δανιήλ και μορφής λέοντος. Όμως ο ναός του Αγίου Δανιήλ δεν είναι ο μόνος που σώζεται στην περιοχή. Υπάρχει μεγάλος αριθμός εκκλησιών με πλούσιο διάκοσμο και τοιχογραφίες που απεικονίζουν σκηνές από τον Ευαγγελισμό, τη Γέννηση, τους Τρεις Μάγους με τα δώρα και άλλες θρησκευτικές παραστάσεις που δυστυχώς βρίσκονται σε κακή κατάσταση εξ' αιτίας των φθορών που προξένησε όχι τόσο το πέρασμα των χρόνων αλλά το ανθρώπινο χέρι είτε λόγω θρησκευτικού φανατισμού είτε λόγω άγνοιας. Βέβαια η Τουρκία αρχίζει να ανακαλύπτει τον πλούτο τής ορθόδοξης παράδοσης στα εδάφη της και κινούμενη από το τουριστικό ενδιαφέρον προχωρά σε αναστηλώσεις ναών και μοναστηριών. Εκείνο που προκαλεί κακή εντύπωση στον Έλληνα επισκέπτη είναι ότι όλες σχεδόν οι εκκλησίες αναφέρονται με τουρκικά ονόματα χωρίς καν να υπάρχει στις επεξηγηματικές πινακίδες το ελληνικό όνομα που έφεραν στο παρελθόν. Στις σημαντικότερες εκκλησίες της περιοχής είναι η Pοrenli Seki Klise, η Εκκλησία των Φιδιών (Yύlanlύ Klise) , Eπritaώ Klise.