Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΤΟΥ ΕΚΠΑΤΡΙΣΜΟΥ

ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΤΟΥ ΕΚΠΑΤΡΙΣΜΟΥ Τα κατωτέρω, αποτελούν μαρτυρική κατάθεση του προπάππου μου ata-dede Θεοφάνη [1857-1934] στον εγγονό του και πατέρα μου [Babacim] Θεοφάνη, δεκατετράχρονο παιδί τότε, ο οποίος κατέγραψε και κράτησε κάποιες σημειώσεις σχετικά με την αφήγηση-κατάθεση του εκπατρισμού, τις οποίες σου παραθέτω: «Ο πατέρας σου ο Λάζαρος, μου έστελνε στο χωριό τακτικά, διάφορα έντυπα αλλά και εφημερίδες της Πόλης [Ανατολή και Νεολόγο], από τις οποίες μαθαίναμε τα «χαπάρια του κόσμου». Χρόνια πολέμων ήταν τα τελευταία είκοσι (20) χρόνια. Όλο το Μπαλκάν-Γιαριμαντασί [βαλκtανική χερσόνησος], αναστατωμένο. Μετά τον χαμένο πόλεμο της Σμύρνης, το χωριό μας βουβό, αμίλητο, φοβισμένο. Και τι δεν άκουγες και τι δεν έβλεπες. Ρωμιούς βασανισμένους να πορεύονται εξόριστοι. Έβλεπες τα καραβάνια, έβλεπες τη γενεά μας ρακένδυτη, να σέρνει τα πόδια, άκουγες τα κλάματά τους, πονούσε η ψυχή σου. Ήταν ο μήνας Μάρτιος του 1924, όταν ήρθε στο χωριό το «ταλιμάτι» [talimat= διαταγή] από τη Νεάπολη, το έστειλε ο Καϊμακάμης στη δημογεροντία. Το είδα με τα μάτια μου. Όλα όσα άκουγα [έρχεται ανταλλαγή mübadele geliyor] τον τελευταίο χρόνο, τα είδα γραμμένα σε επίσημο κρατικό τούρκικο χαρτί. Και τι έγραφαν μεταξύ άλλων: ότι όσοι δεν εμφανιστούν αυτοπροσώπως στην καταγραφή και στην απογραφή των περιουσιών τους, αυτές δημεύονται. Γνώριζαν καλά ότι πολλοί Ρωμιοί οικογενειακά ζούσαν στην Πόλη. Το χαρτί γραμμένο στα τούρκικα, το διάβασε ο παπά-Βασίλης στην εκκλησία, αλλά δεν πρόλαβε να το τελειώσει. Κραυγές πόνου παντού, μέσα και έξω από το Ναό, όλο το χωριό ήταν βλέπεις εκεί. Όλοι οι χωριανοί, μα όλοι οι χωριανοί αγκαλιασμένοι κλαίνε. «Δεν ήταν διές κι’εύκολο να αφήσουμε τα κόκαλα των παππούδων μας, τις εκκλησιές μας, τα σχολειά μας, τα κτήματα και τα σπίτια μας εκεί». Ήταν όμως και η αγάπη για την Ελλάδα γραμμένη μέσα μας, βαθειά στην καρδιά μας. Έτσι μεγαλώσαμε, έτσι μαθαίναμε τα παιδιά μας. Ελλάδα λέγαμε και κλαίγαμε από χαρά. Ήταν πια οριστικό και βέβαιο, ότι θα φεύγαμε. Η γιαγιά-Φώτα έκλαιγε και παρακαλούσε κάθε μέρα δεν σταματούσε το κλάμα και τα μοιρολόγια σαν να είχαμε «σεραντάμερνα». «Αμά το Θεγό, τα δώδεκα Αποστόλ και ούλα τα Αγίους περικάλνε τα ετά» [Το Θεό τους δώδεκα Αποστόλους και όλους τους Αγίους, αυτούς παρακαλούσε]. «Παναΐά σύφτα γλύτω μας» [Παναγία έλα γρήγορα και γλύτωσέ μας] Σαν ξάπλωνα το βράδυ που να κοιμηθώ, όλο και ρωτούσα και απάντηση δεν έπαιρνα : Τι αμαρτίες κάναμε;;;;; ποιον αδικήσαμε;;;;; γιατί Θεέ μου μας εξορίζεις σαν τους Ιουδαίους…... Οι νέοι του χωριού ανυπόμονοι, περίμεναν τη μέρα της «Ελλάδας» από το χειμώνα. Τραγουδούσαν, χόρευαν, έκαναν όνειρα. «Να (θα) έρτουν μέρες λευτεριάς» φώναζαν. Τις επόμενες εβδομάδες, ορίστηκε η επιτροπή του χωριού που θα βοηθούσε να γραφτούν οι περιουσίες των χωριανών. Πρόεδρος ο θείος Γιακείμης, γραμματέας ο Παπα-Γιάννης, ο Δημήτρης ο Καράκηζ, ο Σωτήρης Μαυροβασιλειάδης και ο Λάζαρος Εξαρχίδης. Πρώτη τους δουλειά: πλήρωσαν μαραγκό από τη Νεάπολη για να ετοιμάσει ξύλινα μεγάλα κουτιά, εκεί θα βάζαμε τα Ιερά και πολύτιμα σκεύη της Εκκλησίας. Ήταν πια Απρίλιος του 1924, όμορφες μέρες ξημέρωνε ο Θεός, χρόνια είχαμε να τις δούμε. Χαρά Θεού ήταν. Αρκετοί χωριανοί από την Πόλη «ήρτανε», στα σπίτια τους. Με τους Τούρκους ζούσαμε αγαπημένα. Ήταν καλοκάγαθοι. Αυτοί δούλευαν τα κτήματά μας και φρόντιζαν τα ζώα μας και τι ζητούσαν;;; ένα πιάτο φαΐ. Το Πάσχα περίμεναν το κουλούρι και το κόκκινο αυγό τους και τους το δίναμε χαλάλι, με την καρδιά μας [helal olsun]. Στον Τούρκο αν δώσεις δυο φέτες παστιρμά και μια «πούκα» [μπουκιά] ψωμί δεν το ξεχνά ποτέ, όσα χρόνια και αν περάσουν θα το λέει σαν παραμύθι στα εγγόνια του. Στα τέλη του Ιουλίου έφθασαν στο χωριό οι πρώτοι Τούρκοι ανταλλάξιμοι από την Κοζάνη [Kozanali]. Ταλαίπωροι, νηστικοί άρρωστοι, «βερέμηδες» και όμως, εμείς είμασταν αυτοί που τους ταΐσαμε και τους ποτίσαμε. Πολλοί ήξεραν και μιλούσαν ελληνικά. Οι ντόπιοι Τούρκοι δεν τους ήθελαν, μιλούσαν με άσχημα λόγια, τους έδιωχναν. Πολλοί Συλατενοί πουλούσαν τρόφιμα που περίσσευαν και μικροπράγματα στους νεοφερμένους Τούρκους. Στο σπίτι μας μπήκαν οι Τούρκοι μια δυο μέρες σαν μπήκε ο Αύγουστος, εμείς έξω, από δω κι από κει. Εγώ το βράδυ σαν «μπεκτσής» φυλούσα τα «ντέγκια» [τα συσκευασμένα κουτιά], περιμένοντας την «κομισιόν» την «επιτροπή» από τη Νίγδη, η οποία ήρθε δέκα μέρες περίπου πριν ξεκινήσουμε. Είδε το χαρτί που μας μοίρασαν συμπληρωμένο, είδε τα «ταπού» και τα «χοτζέτια», [τίτλοι], του σπιτιού, του καζίν, του φούρνου ……., τα έγραψαν σε νέα κατάσταση, και αυτό ήταν. Μετά, φορτώσανε σε καμήλες και σε μεγάλα αραμπάδια όλο μας το «μπερεκέτι» και το πήγαν συνοδεία στο Ουλούκισλα στο τρένο. Έγραψα στο χαρτί: «Τούτη είναι χώρα Ρωμιών, χώρα των Ρωμιών Συλατενών», το έβαλα σε γυάλινο μπουκάλι και το έθαψα βαθειά, αλέτρι να μην το φθάνει. Ήταν Κυριακή η τελευταία μέρα. Πρωί-πρωί χαράματα ήρθαν από τη Νεάπολη Τούρκοι αραμπατζήδες, όλοι οι Συλατενοί πριν ξεκινήσουμε κοινωνήσαμε στο Ναό. Οι Τούρκοι όλοι μαζεμένοι, κλαίνε ομαδικά, μας αγκαλιάζουν, μας φιλούν και στα δύο χέρια. «Ο Θεός να σας ανταποδώσει τις καλοσύνες που μας κάνατε διπλά». Τι θα γίνουμε χωρίς εσάς, ποιο το χάλι μας, θα πεινάσουμε!!!. Ο γιασλί-Αλή, χίλιες φορές το είπε τρέχοντας σαν τρελός ξοπίσω: «Helal edin» [Κάντε χαλάλι όσα μας δώκατε]. Ξεκινήσαμε, τα βήματά μας στον ίδιο δρόμο της ξενιτιάς που βημάτιζαν τα παιδιά μας για την Πόλη, σε λίγο, λίγο πριν το μεσημέρι φάνηκε η Μαλακοπή. Ανάστα όλος ο Κύριος. Όλη η Μαλακοπή στο πόδι, ετοιμάζονταν κι αυτοί για το ταξίδι. Σταματήσαμε λίγο να ξεκουραστούν τα ζώα. Πριν το απόγευμα περνούμε από το Γκιολτζούκ [Λίμνα], το χωριό έρημο και μόνο, ούτε ψυχή και αργά το απόγευμα φθάσαμε στο Ανταβάλ. Πολλοί έδωκαν παράδες και κοιμήθηκαν στα χάνια. Πρωί-πρωί ξεκινήσαμε και λίγο πριν το βράδυ φθάσαμε στο σταθμό του τρένου στο Ουλούκισλα. Τρεις μέρες αναμονή, Εν τέλει το απόγευμα της τρίτης μέρας το τρένο ξεκίνησε και μετά από δυο μέρες φθάσαμε στη Μερσίνα. Δίπλα στη θάλασσα ντουνιάς «αλάϊ-μαλάϊ». Οι Ρωμιοί της Χριστιανικής Ανατολής, εκπατρισμένοι, αναμένουν ……. Τα βάσανα μόλις είχαν αρχίσει. «Neler geldi bu garip basima, daha da neler gelecek» [Και τι δεν ήρθε σ’αυτό το έρημο κεφάλι μου και ακόμα τι θα έρθει…] Σε σας, στη νέα γενεά θα ξημερώσουν καλλίτερες μέρες, να είσαι πάντα με την ελπίδα φίλος.