Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

ΜΝΗΜΕΣ ΡΩΜΙΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ

Εκεί, στην Καππαδοκία, τη Χριστιανική Ανατολή, εκεί κατανοείς βαθειά την έννοια της ευσέβειας και ευλάβειας, βλέποντας τις απείρου ομορφιάς αγιογραφίες-νωπογραφίες στις εκκλησιές μας, στα πετρομονάστηρά μας. Στο άκρο του χριστιανικού έθνους, όχι μόνο με την έννοια της γενέτειρας των προγόνων μου χώρας, αλλά και ως της χώρας όπου το «πρώτον» καλλιεργήθηκε η Ρωμιορθόδοξη Σκέψη. Βηματίζεις στην Καππαδοκία, στα χωριά και στις πόλεις μας, όπου ζούσαν ελληνικοί χριστιανικοί πληθυσμοί, βλέπεις το όριο του Ελληνισμού, βλέπεις το κάλλος και τον πλούτο της φυλής μας, της γενεάς μας. Αν κάνουμε μία γρήγορη αναδρομή στην ιστορία της Ελλάδος στα τελευταία 2.500 χρόνια, οι περισσότεροι θα συμφωνήσουμε ότι μετά την πτώση της Βασιλεύουσας, η πλέον μελανή σελίδα είναι αυτή της Μικρασιατικής Καταστροφής. Αποτέλεσμα αυτής ο εκπατρισμός του ελληνικού κόσμου, των Ρωμιών της Μικρασίας, από τις πατρογονικές του εστίες. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο μισός πληθυσμός της αντίπερα του Αιγαίου χώρας, ήταν ελληνικός. Είχε βαθειά καταχωρισμένα όλα τα βασικά καθοριστικά και χαρακτηριστικά στοιχεία, όπως γλώσσα, ήθη, έθιμα και παραδόσεις, τα οποία βίωσε και δέχθηκε από γενεάς εις γενεά. Είχε εθνική-ελληνική συνείδηση. Και όμως πολλοί λίγοι Ελλαδίτες το γνώριζαν. Στα χρόνια της προσφυγιάς τους βάφτισαν «πρόσφυνγκες» και «τουρκόσπορους-τουρκομερίτες», έτσι τους υποδέχθηκαν. Έτσι άρχισε ο αγώνας για επιβίωση, ο αγώνας για ένταξη-ενσωμάτωση, ο αγώνας συναρμογής. Ο πρώτος χρόνος δεν παλεύονταν, θεριό ανήμερο, ανίκητο. Αριθμητής: ένας δρόμος δύσκολος, η περιπλάνηση, η ζητιανιά, οι κακουχίες, η πείνα, η δίψα. Παρονομαστής: η άρνηση, η αμφισβήτηση, η κοινωνική απομόνωση-απαγόρευση. Πολλοί ιστορικοί και ερευνητές, μελέτησαν διεξοδικά και κατέγραψαν πληρέστατα πάντα όσα είχαν σχέση, με την ιστορική διαδρομή, την κοινωνική, οικονομική, θρησκευτική και πολιτιστική πλευρά του θέματος, την ένταξη και αφομοίωση, την καθαρότητα των τουρκόφωνων Ρωμιορθόδοξων, τα ήθη και έθιμα, τις λαϊκές παραδόσεις τον τρόπο ζωής κλπ σε δεκάδες ιστορικές αναλύσεις-μελέτες. Όμως το ουσιώδες μέρος περικλείεται στη φράση: «Nufus mübadelesi eşit göç anlasmasi. Μübadil eşit göçmen, göçen insanlar». Ανταλλαγή πληθυσμών σημαίνει συνομολογούμενη προσφυγιά. Ανταλλαγή πληθυσμών σημαίνει πρόσφυγιά-εκπατρισμό. Κύριο γνώρισμα σε όλες τις διασπαρμένες προσφυγικές ομάδες η συνοχή, η ελκτική αυτή δύναμη που στερέωνε αλλήλους, η αλληλεξάρτηση, η φιλαλλία, ο κοινός σκοπός. Γράφω σήμερα και ακούω καθαρά το χθες, ακούω τον ελληνόφωνο Καππαδόκη [Συλατενό] μπάρμπα Λάζαρο [αδελφό της γιαγιάς μου της Βαρβάρας]: «……… για διέ η γενεά μας πάλευε αδιάλειπτα. Εκεί στην Πατρίδα με τον τούρκικο εθνικισμό, εδώ στην παλιά-Ελλάδα με τον ελλαδικό ……. » Γράφω σήμερα και ξαναζωντανεύει το χθες. Στα πολύ παλιά χρόνια από την εποχή των Σταυροφόρων οι Άραβες αλλά και οι Τούρκοι την καλούσαν Ρούμ-Ελί, δηλαδή χώρα των Ρωμιών. Εμείς μιλούσαμε την ελληνική γλώσσα λίγο παρεφθαρμένα και ιδιόρρυθμα, χρησιμοποιώντας αρχαίες ελληνικές λέξεις, αλλά έτσι τα μάθαμε και μιλούσαμε παντού, στο σπίτι, στο σχολείο, στα παιχνίδια. Φυλάξαμε πεισματικά τη γλώσσα, την ορθόδοξη πίστη μας, τις λαϊκές παραδόσεις το εθνικό μας φρόνημα. Αλλά και οι πατριώτες στα τουρκόφωνα χωριά ήταν και αυτοί Χριστιανοί. Στην καρδιά και στη σκέψη, παντού γραμμένο «Κύριε βοήθη τον δούλο σου». Δεν απαρνηθήκαμε και δεν αποκηρύξαμε ποτέ την εθνική μας ταυτότητα, εμμέναμε στις ελληνικές πατρογονικές παραδόσεις δεν υποκύψαμε στον εκτουρκισμό. Ο Θεός και η Εκκλησία διαφύλαξαν εμάς και τους παππούδες μας αιώνες πρότερα. Τα καταφέραμε τόσες γενεές, αιώνες πριν, να τηρούμε ως «Έλληνες» τον κοινό νόμο της Ορθοδοξίας, της αγάπης και της φιλοξενίας. Στα χρόνια της «ανταλλαγής», εδώ στην Ελλάδα, αντί να μας «φιλοξενήσουν», ως εθνικά αυτάδελφους, ως ομόφυλους, εμάς τους απομονωμένους στην ενδοχώρα και στα βάθη, στα υψίπεδα της Ανατολής, εμάς που διδαχθήκαμε στα σχολειά μας την ίδια κοινή ιστορία, μας παραπέταξαν. Από τότε πέρασε κοντά ένας αιώνας και μόλις προ μικρού τους αναγνώρισαν. Μόλις προ-ολίγου αναγνώρισαν τη «συμβολή-συνεισφορά» στο χτίσιμο και στον επαναπροσδιορισμό του νεότερου ελληνισμού. Μέχρι και σήμερα στην Καππαδοκία πλανιέται η Ρωμιοσύνη. Είναι εκεί, σε κάθε βήμα, σε κάθε ματιά, σε κάθε χωριό. Από τότε αλλά και μέχρι και σήμερα οι Τούρκοι διηγούνται ιστορίες των παππούδων τους για τους Ρωμιούς. Σαν έφυγαν οι Ρωμιοί, ερήμωσε ο τόπος, Τα επόμενα είκοσι πέντε (25) χρόνια, ήταν χρόνια μαύρα, χρόνια πείνας και δυστυχίας. Κρυώναμε και πεινάγαμε. Η Συνθήκη της Λοζάνης έκανε ένα καλό στην Ελλάδα και ένα κακό για την Τουρκία. Έφυγαν οι Ρωμιοί και εμείς πεινάσαμε. Έφυγαν οι Ρωμιοί, πήγαν στην Ελλάδα και την έσωσαν και τώρα καμαρώνει στην Ευρώπη». Θέλω να σημειώσω ότι μέχρι και την προηγούμενη εικοσαετία αρκετοί γερο-Τούρκοι στην Καππαδοκία μίλαγαν ακόμα ελληνικά. Πολλοί απόγονοι ανταλλαξίμων Καππαδοκών προσφύγων, δεύτερης και τρίτης γενιάς, που ταξίδεψαν πίσω στις προγονικές εστίες, το είπαν «ταξίδι ζωής. Από τον ευλογημένο αυτόν τόπο κατάγονταν οι γονείς μου Άνθρωποι «εν αρετή» και ευσεβείς. Στο σπίτι του Κωστή Μελετιάδη στη Σινασό, Ζωγραφιά-εγκαλλώπισμα περισσής τέχνης η οροφή. Κυκλικά στην περιφέρεια διαβάζουμε: «ΠΑΡΟΙΚΟΙ ΚΑΙ ΔΙΑΒΑΤΑΙ ΕΣΜΕΝ ΠΑΝΤΕΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ, ΤΗΣ ΞΕΝΙΑΣ Δ’ΕΥΧΑΡΙΣΤΩΣ ΤΟΝ ΚΟΙΝΟΝ ΝΟΜΟΝ ΠΛΗΡΟΥΜΕΝ» Με αυτά τα στοιχεία συναντήθηκα πριν από μισό αιώνα, σαν πρωτάκουσα, παιδί τότε, τα πρώτα δύο ακούσματα: «Τόξασι ο Τεός» και αμέσως μετά «Αλλάχ σουκούρ». Μετά ήρθαν τα πρώτα σχολικά χρόνια, τα πρώτα βήματα στη μάθηση, τα πρώτα μικρά ερωτήματα. Τα καλοκαίρια, ήταν τότε που στους μαχαλάδες και στις γειτονιές, τσούρμο τα παιδιά παίζαμε τόπι. Νύχτωνε, εμείς εκεί, μούσκεμα στον ιδρώτα, με τα παπούτσια ξεχαρβαλωμένα παίζουμε ακόμα. Το τόπι κατέληξε ανάμεσα στα πόδια του Μποτός-αγά, καθόταν στο μόνιμο στέκι του, στο πέτρινο σκαλί μπροστά στην αυλή του σπιτιού. Το σπίτι μας τριάντα μέτρα παραπέρα. Κοιτάζω τα παπούτσια μου, χάλια αδιόρθωτα. Βαγγέλη γιαβρούμ γκέλ, μπεν γιαπάριμ….. Τα παπούτσια στο γόνατο, τάκ-τάκ το σφυράκι, τα προκάκια στο στόμα, εγώ δίπλα του, τον χαζεύω ….. Μποτός-αγά, στην πατρίδα παίζατε τόπι στους μαχαλάδες ……………… έβγαλε βαθύ αναστεναγμό και άρχισε να διηγείται………. Θυμάμαι τους ξεχασμένους γερο-πρόσφυγες [Unutulan Büyük Göç] που αντί για παραμύθια και βασιλόπουλα, μας διηγούνταν τη ζωή στην Πατρίδα, αλλά και τα τσουβάλια βάσανά που φορτώθηκαν…………. -- Ευχαριστώ τον πατέρα μου και δάσκαλό μου Θεοφάνη Σταματιάδη του Λαζάρου, υπηρετήσαντα το ψαλτήρι επί 70 συνεχή έτη, χωρίς καμία χρηματική ή άλλη αντιπαροχή. Άριστο χειριστή της ελληνικής γλώσσας. Μαθητή του Ιάκωβου Ναυπλιώτη και γλυκύτατο ψάλτη. --Ευχαριστώ την πολυβασανισμένη μητέρα μου, το «Σωφρονάκι μας», και «ακούω» τα λόγια της: «Σ’αυτόν τον κόσμο μία ελεημοσύνη και ένα χαμόγελο μένουν. Του κόσμου όλα τα καλά σ’αυτόν τον κόσμο μένουν». [ Dünyan'in mali Dünyanda kalir]